Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Ντοκουμέντα για την Κολομβία...




Με αφορμή την ανακοίνωση του θανάτου του αρχηγού και ιδρυτή του FARC Manuel Marulanda πριν λίγες μέρες, και με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 44 χρόνων από την ίδρυση του FARC (26 Μάη 1964 - 26 Μάη 2008) δημοσιεύουμε ένα κείμενο, που αν και από σοσιαλδημοκρατική κριτική ματιά, παραμένει πολύ ενδιαφέρον.

Άντε να γνωριζόμαστε σιγά σιγά και με αυτό το αντάρτικο κίνημα, που πολλοί από μας συνεχίζουμε προκλητικά να αγνοούμε την ύπαρξη του, η εστερνιζόμενοι πλήρως την Δυτική προπαγάνδα, το απορρίπτουμε θεωρώντας το ναρκω-αντάρτικο...


ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΟΜΒΙΑ


(Ελευθεροτυπία, 2/6/2002)

Ο μύθος του ναρκω-αντάρτικου

Ενώ η ανθρωπότητα έχει το βλέμμα της στραμμένο προς την επικείμενη αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, το δεύτερο μέτωπο του δεκαετούς πολέμου της κυβέρνησης Μπους κατά της «τρομοκρατίας» έχει ήδη ανοίξει, πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Αναφερόμαστε στην Κολομβία, τέταρτη σε μέγεθος χώρα της Λατινικής Αμερικής και θέατρο εδώ και δεκαετίες μιας αιματηρής αναμέτρησης ανάμεσα στο καθεστώς και την ένοπλη αριστερά.

Η επέμβαση των ΗΠΑ στη σύρραξη αυτή χρονολογείται, βέβαια, πολύ πριν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στη Ν. Υόρκη.

Ξεκίνησε με την προώθηση των γνώριμων «αντιανατρεπτικών» στρατηγικών στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, για να μετεξελιχθεί μετά το 1989 σε «εκστρατεία κατά των ναρκωτικών».

Καθοριστική τομή σε αυτή την τελευταία κίνηση υπήρξε η υπογραφή στις 21 Αυγούστου 1989 από την κυβέρνηση Μπους της «Οδηγίας Εθνικής Ασφαλείας υπ' αριθμόν 18» περί «διεθνούς αντιναρκωτικής στρατηγικής». Κύριο αντικείμενο της τελευταίας ήταν η παροχή εκτεταμένης στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς τις κυβερνήσεις της Κολομβίας (και, δευτερευόντως, του Περού και της Βολιβίας), έτσι ώστε «να ανακτήσουν τον έλεγχο των χωρών τους από έναν επίβουλο συνδυασμό ανταρτών και εμπόρων ναρκωτικών».

Με δεδομένη την ευφορία των ημερών (εποχή αμερικανοσοβιετικής συνεννόησης), η εκλαΐκευση αυτής της γραμμής από τα δυτικά ΜΜΕ προτίμησε να εστιάσει την προσοχή της στο δεύτερο σκέλος (τους μεγαλεμπόρους ναρκωτικών) και να αφήσει στη σκιά το ζήτημα της καταστολής της αριστεράς.

Η επιλεκτικότητα αυτή θα υιοθετηθεί πανηγυρικά τα επόμενα χρόνια από την κυβέρνηση Κλίντον. Μεταξύ 1993 και 2000 η ετήσια αμερικανική βοήθεια προς την κυβέρνηση της Μπογκοτά αυξάνεται κατακόρυφα, επισήμως όμως προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για την καταστολή των ναρκωτικών.

Εντελώς διαφορετική εικόνα προκύπτει από τη μελέτη μιας πλειάδας εγγράφων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, της CIA, της DIA και της DEA, τα οποία καλύπτουν όλη την περίοδο 1988-2000 και δόθηκαν στη δημοσιότητα στις αρχές Μαΐου από τη μη κυβερνητική οργάνωση National Security Archive. Μολονότι πολλά από αυτά είναι αγρίως λογοκριμένα για «λόγους εθνικής ασφαλείας», αποδεικνύουν και με το παραπάνω ότι η «αντιναρκωτική» προσπάθεια της Ουάσιγκτον υπήρξε σαφώς δευτερεύουσα σε σχέση με τη συμβολή της στην εκστρατεία κατά της απειλούμενης κοινωνικής ανατροπής.

Δικαιολογητική βάση αυτής της αντίφασης αποτέλεσε το θεώρημα του «ναρκω-αντάρτικου».
Ο ισχυρισμός, δηλαδή, ότι υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα στους κομμουνιστές αντάρτες των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (FARC) και του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (ELN) αφενός, και τους «βαρόνους» των ναρκωτικών από την άλλη. Σύμφωνα λ.χ. με το Λατινοαμερικανικό Γραφείο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (28.3.2000), οι FARC είναι «οι σημαντικότεροι προστάτες της παραγωγής και διακίνησης ναρκωτικών» στο δυτικό ημισφαίριο.

Πενήντα χρόνια αντάρτικο

Περιττό να πούμε πως αυτή η προπαγανδιστική εικόνα καθόλου δεν επιβεβαιώνεται από τα υπηρεσιακά έγγραφα που αναφέρουμε παραπάνω. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Κατ' αρχήν, η σύγκρουση ανάμεσα στο καθεστώς και την αριστερά είναι μια υπόθεση πολύ παλιότερη από τη (σχετικά πρόσφατη) μετατροπή της Κολομβίας σε κέντρο παραγωγής και διεθνούς διακίνησης ναρκωτικών.

Η υλική βάση αυτής της σύγκρουσης πρέπει να αναζητηθεί στην απίστευτη -ακόμη και για τα λατινοαμερικανικά δεδομένα- και διαρκώς αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα που συναντάμε σ' αυτή τη χώρα. Το 1999, το πλουσιότερο 25% των Κολομβιανών είχε εισόδημα 80 φορές μεγαλύτερο απ' ό,τι το φτωχότερο 25%. Ακόμα πιο ακραία είναι η κατάσταση στην ύπαιθρο: το 0,2% των γαιοκτημόνων κατέχει το 45% της γης, ενώ 13 εκατομμύρια αγρότες ζουν επίσημα κάτω από το όριο της φτώχειας. Καθόλου συμπτωματικά, η εφαρμογή μιας ριζοσπαστικής αγροτικής μεταρρύθμισης αποτελεί το σημαντικότερο (και διαχρονικό) αίτημα των ανταρτών.

*Σημείο εκκίνησης του αντάρτικου θεωρείται το ξέσπασμα, τον Απρίλιο του 1948, ενός πολύνεκρου εμφυλίου ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας - τους Φιλελεύθερους (που υποστηρίζονταν από το εργατικό κι αγροτικό κίνημα) και τους συντηρητικούς (που προσπαθούσαν να το ανασχέσουν).

*Η σύγκρουση αυτή είχε αποτέλεσμα 300.000 νεκρούς κι έληξε το 1957, με τη θέσπιση ενός «Εθνικού Μετώπου» ανάμεσα στα δύο κόμματα, για την εκ περιτροπής εναλλαγή τους στην προεδρία και τη μεταξύ τους διανομή όλων των κρατικών αξιωμάτων -συμφωνία που διατηρήθηκε σε ισχύ έως τα τέλη της δεκαετίας του '70.

*Κατ' εξοχήν θύματα της βίας και τελικοί χαμένοι του παιχνιδιού, οι εξεγερμένοι αγρότες της ενδοχώρας, συγκρότησαν, κάτω από την καθοδήγηση του Κ.Κ. Κολομβίας, εκτεταμένες «ζώνες αυτοάμυνας» και τις ανακήρυξαν σε «Ανεξάρτητες Δημοκρατίες».

*Με αμερικανική βοήθεια, ο στρατός τις ανακατέλαβε το 1964, απωθώντας τους αντάρτες -και χιλιάδες υποστηρικτές τους- στη ζούγκλα.

*Ο επόμενος γύρος άρχισε σχεδόν αμέσως, μέσα στο ευνοϊκό για τέτοια εγχειρήματα κλίμα της δεκαετίας του '60: Γκεβαρικοί φοιτητές και συνδικαλιστές δημιούργησαν το 1965 τον ELN. Την επόμενη χρονιά οι διάσπαρτες ανταρτοομάδες του ΚΚΚ συνενώθηκαν στις FARC, ενώ το 1968 μαοϊκοί διαφωνούντες ίδρυσαν τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (EPL). Μια τέταρτη οργάνωση, το Εθνικοαπελευθερωτικό Κίνημα της 19ης Απριλίου (Μ-19), θα προκύψει ύστερα από την εκτεταμένη νοθεία σε βάρος των αντιπάλων του Εθνικού Μετώπου κατά τις προεδρικές εκλογές του 1970.

*Στις αρχές της δεκαετίας του '80, ο συνολικός αριθμός των ανταρτών έφτανε τις 15.000 και η κυβέρνηση Μπετανκούρ αποφάσισε, παρά τη διαφωνία της Ουάσιγκτον και τις υπόγειες αντιδράσεις του στρατού, να διαπραγματευθεί μαζί τους.

*Το αποτέλεσμα μιας δεκαετίας ζυμώσεων -με αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις, διαδοχικές εκεχειρίες και βραχύβιες συμφωνίες- υπήρξε σε μεγάλο βαθμό απογοητευτικό. Το 1989-94, ορισμένες από τις αντάρτικες οργανώσεις (Μ-19, EPL κι η μειοψηφία του ELN) κατέθεσαν τα όπλα για να ενταχθούν, με καταστροφικά αποτελέσματα, στο πολιτικό παιχνίδι.

*Πολύ πιο τραγική υπήρξε η απόπειρα των FARC να «δοκιμάσουν τα νερά», υπογράφοντας το 1984 μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός και παροτρύνοντας τη μαζική τους βάση να συγκροτήσει το νόμιμο πολιτικό κόμμα Πατριωτική Ενωση (U.P.). Μέσα σε μια τετραετία (1986-'90), περισσότερα από 3.000 μέλη και στελέχη της U.P. -μεταξύ των οποίων 2 υποψήφιοι για την προεδρία της χώρας, 4 μέλη του Κογκρέσου και το 30% των υποψήφιων δημάρχων του κόμματος- δολοφονήθηκαν από ακροδεξιές παρακρατικές οργανώσεις. Προς μεγάλη προφανώς ικανοποίηση της αμερικανικής πρεσβείας, που στις 22.2.1988 εκτιμούσε ότι η διαφαινόμενη «εντυπωσιακή επιτυχία» της U.P. στις δημοτικές εκλογές «θα νομιμοποιήσει de facto τον έλεγχο των ανταρτών πάνω σε μεγάλα τμήματα της παραμεθορίου περιοχής» κι εξέφραζε την ανησυχία της για το ότι «αφ' ής στιγμής αρχίσει, αυτή η διαδικασία θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιστραφεί».

Το ίδιο ακριβώς μοντέλο έμελλε να εφαρμοστεί και κατά τη διάρκεια των πρόσφατων διαπραγματεύσεων, από το καλοκαίρι του 1998 και μετά.

*Ενώ η συντηρητική κυβέρνηση του Αντρές Παστράνα δέχθηκε να παραχωρήσει στις FARC μια «αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη» 42.000 τετρ. χιλιομέτρων στην αραιοκατοικημένη ενδοχώρα, ως πρώτο βήμα για την διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου «κοινωνικού συμβολαίου» που θα έθετε τέρμα στον εμφύλιο πόλεμο, στρατός και παρακράτος υπονόμευσαν με κάθε μέσο αυτή τη διαδικασία.

*Ακόμη πιο θλιβερή υπήρξε η κατάληξη της απόπειρας του Παστράνα για μια ανάλογη συνεννόηση με τον ELN, την άνοιξη του 2000: αμέσως μετά την κάθοδό τους στην υπό διαμόρφωση «αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη», οι αντάρτες δέχθηκαν τη συντονισμένη επίθεση στρατού και παρακρατικών, με αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες και τη μαζική εξολόθρευση των άοπλων οπαδών τους.

Καθοριστική γι' αυτές τις εξελίξεις υπήρξε, άλλωστε, η αυξανόμενη στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ με πρόσχημα την «αντιναρκωτική» εκστρατεία. Με δεδομένη την αντίθεση του στρατού σε μια ειρηνευτική προσπάθεια που μοιραία θα τον έθετε στο περιθώριο της δημόσιας ζωής, ο πλουσιοπάροχος εφοδιασμός του με κάθε είδους όπλα και πολεμοφόδια υπονόμευσε αντικειμενικά κάθε διαπραγμάτευση.

Υπήρξαν όμως και «υποκειμενικές» ενθαρρύνσεις προς αυτή την κατεύθυνση, όπως αποκαλύπτουν τα έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Επισκεπτόμενος λ.χ. επίσημα την Κολομβία το Μάϊο του 1997, ο πρόεδρος της υποεπιτροπής Εθνικής Ασφαλείας της αμερικανικής Βουλής Ντένις Χάστερτ, κατήγγειλε δημόσια το «αριστεροκρατούμενο Κογκρέσο» που «χρησιμοποιεί τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πρόσχημα, για να βοηθήσει την αριστερά σε διάφορες χώρες», και ενθάρρυνε ανοιχτά την ηγεσία του στρατού να παρακάμψει τους όποιους τυπικούς περιορισμούς όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των αμερικανικών όπλων.

Αντάρτες και ναρκωτικά

Πόσο ευσταθούν, όμως, οι κατηγορίες για διαπλοκή των ανταρτών με την παραγωγή και διακίνηση των ναρκωτικών; Η καλλιέργεια της κόκας σε πολλές από τις ζώνες που ελέγχουν οι αντάρτες είναι γεγονός, όπως και η συνύπαρξη των επαναστατών με τους μικροκαλλιεργητές που προμηθεύουν την πρώτη ύλη στα καρτέλ της μαφίας.

Επίσημη θέση τόσο των FARC όσο και του ELN είναι ότι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το όλο κύκλωμα και ότι, απλώς, δεν έχουν καμιά διάθεση να υποκαταστήσουν το κράτος, στρεφόμενοι εναντίον του πιο αδύναμου κρίκου της αλυσίδας - των μικροκαλλιεργητών που στράφηκαν στην κόκα επειδή η απουσία οποιουδήποτε κρατικού προστατευτισμού έχει καταστήσει οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια μη βιώσιμη.

Ανεξάρτητες πηγές (σσεπισημαίνουν ωστόσο ότι αυτή η πολιτική ανοχής συνοδεύεται από την επιβολή από μέρους των ανταρτών ενός ειδικού «φόρου» (gramaje) επί του προϊόντος, ανάλογου με τις άλλες μορφές «επαναστατικής φορολογίας» που επιτρέπουν τη συντήρηση των ένοπλων οργανώσεων.

Σε μεγάλο βαθμό, η τελευταία αυτή εικόνα προκύπτει και από τις εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών που έχουμε στη διάθεσή μας.

*Τόσο η CIA όσο και η -κατεξοχήν αρμόδια- Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (DEA) φαίνονται να διατηρούν σαφείς επιφυλάξεις απέναντι στις προπαγανδιστικές γενικεύσεις περί «ναρκω-αντάρτικου»:

«Οι σχέσεις μεταξύ των λαθρεμπόρων και των ανταρτών χαρακτηρίζονται από συνεργασία αλλά και από τριβές», υποστηρίζει λ.χ. μια -αγρίως λογοκριμένη- έκθεση της CIA (29.7.1992). «Μολονότι οι λαθρέμποροι κατά καιρούς ωφελούνται από την προστασία των ανταρτών, απεχθάνονται τους αντάρτες και κάποιες φορές έχουν χρησιμοποιήσει βία για να αντισταθούν στις καταχρήσεις τους. [...] »Εκτός από τις απώλειες που υφίστανται μέσω της υποχρεωτικής καταβολής "επαναστατικών φόρων", ορισμένοι λαθρέμποροι έχουν δει τις πάλαι ποτέ ανθούσες επιχειρήσεις τους να αποδιοργανώνονται, τις προσπάθειές τους να αναπτύξουν μηχανισμούς επεξεργασίας και διακίνησης να παρενοχλούνται, και τον έλεγχό τους πάνω στις τιμές της κόκας να απειλείται. Στην πραγματικότητα, πολλοί λαθρέμποροι θα καλωσόριζαν, ακόμη και θα βοηθούσαν, την κλιμάκωση των κυβερνητικών επιχειρήσεων εναντίον των ανταρτών».

*Ακόμα πιο κατηγορηματική είναι η DEA, σε πολυσέλιδη έκθεσή της τον Ιούνιο του 1994: «Οι κολομβιανές αντάρτικες οργανώσεις παραδοσιακά υποστήριζαν τις δραστηριότητές τους με εκβιαστική απόσπαση χρημάτων και απαγωγές μεγαλοκτηματιών και άλλων πλουσίων ατόμων. Εδώ και πολλά χρόνια στοιχεία των FARC και του ELN αποσπούν "επαναστατικούς φόρους" από εμπόρους ναρκωτικών που δρουν στις περιοχές τους. Η κύρια πηγή εισοδήματος των ανταρτών, ωστόσο, εξακολουθεί να προέρχεται από εκβιασμούς κι απαγωγές που δεν σχετίζονται με τα ναρκωτικά. [...] Δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι η εθνική ηγεσία είτε των FARC είτε του ELN έχει δώσει εντολή για ενασχόληση των αντίστοιχων οργανώσεων με παραγωγή ή διακίνηση ναρκωτικών. Επιπλέον, ούτε οι FARC ούτε ο ELN έχει ακουστεί ότι αναμείχθηκαν στη μεταφορά, διακίνηση ή πώληση παράνομων ναρκωτικών ουσιών στις ΗΠΑ ή την Ευρώπη».

*Σαφέστατη είναι τέλος η ίδια έκθεση όσον αφορά τη στρατηγική διαφορά ανάμεσα στο αντάρτικο και τη μαφία: «Οι αντάρτες της Κολομβίας και οι έμποροι ναρκωτικών δεν έχουν τους ίδιους στόχους. Οι FARC και ο ELN βρίσκονται σε ανοιχτή ανταρσία κατά της κολομβιανής κυβέρνησης και οι ενέργειές τους αποσκοπούν στην υπονόμεση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Οι κολομβιανοί έμποροι ναρκωτικών, αντίθετα, είναι πλούσιοι, βίαια επιθετικοί καπιταλιστές που θέλουν να εκμεταλλευτούν, κι όχι να καταστρέψουν, το πολιτικό σύστημα και την ελεύθερη αγορά της Κολομβίας».

Κατ' εξοχήν προϊόν αυτής της αντιπαλότητας, θα είναι η προσφορά της ναρκω-μαφίας προς το καθεστώς ενός εξαιρετικά αποτελεσματικού όπλου εναντίον της ανταρσίας: των ακροδεξιών, παρακρατικών «αποσπασμάτων θανάτου».

Μαφία και παρακράτος

Μολονότι οι απαρχές του θεσμού βρίσκονται στη δημιουργία «πολιτοφυλακών» -αντίστοιχων με τα δικά μας ΤΕΑ- ήδη από το 1968 η πρώτη αυτοτελής παρακρατική οργάνωση, με την ονομασία «Θάνατος στους Απαγωγείς» (MAS), ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1981 από τη μαφία της κοκαΐνης, ως απάντηση στην απαγωγή ενός μέλους της από τις FARC. Στην ίδια σύσκεψη, σύμφωνα με πηγές της DEA, μοιράστηκε και η πιάτσα ναρκωτικών των ΗΠΑ ανάμεσα στα καρτέλ του Μεντελίν και του Κάλι (Dale Scott & Marshall 1991, σ. 89 & 96).

Τους αμέσως επόμενους μήνες, στο MAS προσχώρησαν υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του στρατού, μεγαλοκτηνοτρόφοι του Πουέρτο Μπογιακά και οι αντιπρόσωποι της αμερικανικής εταιρείας Texas Petroleum Co. (Nazih Richani «The paramilitary connection», NACLA Report on the Americas, 9-10.2000, σ.38).

Η κλιμάκωση του εμφυλίου πολέμου αλλά και η ανάπτυξη των συνδικαλιστικών αγώνων στην ύπαιθρο και τις πόλεις οδήγησαν στον πολλαπλασιασμό αυτών των ομάδων.

Σύμφωνα με μεταγενέστερη έκθεση της CIA (13.6.1997), «οι σπόνσορες της παραστρατιωτικής δραστηριότητας περιλάμβαναν επιχειρηματίες όπως μεγαλοκτηνοτρόφους, ιδιοκτήτες φυτειών καφέ και ορυχείων σμαραγδιών» και, φυσικά, μεγαλεμπόρους ναρκωτικών. Εκτός από την προστασία των αφεντικών τους, οι εν λόγω συμμορίες αναλάμβαναν επίσης το ξεκαθάρισμα ενοχλητικών συνδικαλιστών, καθώς και «την εκτόπιση ιδιοκτητών και καταληψιών από τη γη τους», προκειμένου αυτή η τελευταία να περάσει στα χέρια των μαφιόζων.

-Παρά την τυπική απαγόρευσή τους από το ανώτατο δικαστήριο το 1989, οι παρακρατικοί σχηματισμοί παρέμειναν ενεργοί και το 1994 επανανομιμοποιήθηκαν από την κυβέρνηση του Ερνέστο Σαμπέρ, σαν «συνεταιρισμοί ασφαλείας» των κατοίκων της υπαίθρου.

-Το επόμενο βήμα σημειώθηκε τον Απρίλιο του 1997, με τη σύμπτυξη των συμμοριών σε μια «Ενωμένη Αυτάμυνα της Κολομβίας» (AUC), με επικεφαλής τον φυγόδικο Κάρλος Καστάνιο. Χάρη στην οφθαλμοφανή προβολή του από τα ΜΜΕ, αυτός θα αναδειχθεί τα επόμενα χρόνια σε πόλο συσπείρωσης της τρομοκρατημένης «μεσαίας τάξης».

-Μεταξύ 1997 και 2000, οι ένοπλοι παρακρατικοί αυξάνονται από 4.000 σε 8.000, αναπτύσσοντας τις δραστηριότητές τους στο 1/4 της κολομβιανής επικράτειας. Οι επίσημες στατιστικές τούς αποδίδουν το 75% των θυμάτων της πολιτικής βίας, που ανέρχονται σε 3.500 νεκρούς το χρόνο.

Στις συνεντεύξεις του, ο Καστάνιο δηλώνει επίσημα ότι βγάζει 2 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο από το εμπόριο των ναρκωτικών αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν έχει κανένα πρόβλημα με την αμερικανική εκστρατεία εναντίον τους («Washington Post» 12.3.2001)! Για του λόγου το αληθές, εύγλωττη υπήρξε η ανακάλυψη (10.8.97) τεσσάρων γιγάντιων εργοστασίων παραγωγής κοκαΐνης στη ζώνη ελέγχου της AUC.

Πρόκειται, αναμφίβολα, για την πιο κραυγαλέα πλευρά της γενικευμένης διαπλοκής του καθεστώτος με μια «εθνική» οικονομία βασισμένη όλο και περισσότερο στην παραγωγή και διακίνηση παράνομων ουσιών. Διαπλοκή που δεν αφήνει απ' έξω ούτε τους ίδιους τους «διωκτικούς» μηχανισμούς.

Η πιο τρανταχτή απόδειξη γι' αυτό προέκυψε τον Ιούνιο του 1999, όταν ένας ταχυδρομικός έλεγχος ρουτίνας αποκάλυψε ότι η Λόρι Χιτ, σύζυγος του επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στην Κολομβία συνταγματάρχη Τζέιμς Χιτ, είχε στείλει στις ΗΠΑ έξι πακέτα κοκαΐνης με παραλήπτη τον υπηρεσιακό σοφέρ του συζύγου της. Ο ίδιος ο επικεφαλής του «πολέμου κατά των ναρκωτικών» ομολόγησε ότι γνώριζε μεν πως η σύζυγός του έβγαζε από κάθε ταξίδι της στην Ουάσιγκτον 25.000 δολάρια, δεν ενδιαφέρθηκε όμως να μάθει το πώς!
Παρά τις εξαιρετικά επιβαρυντικές συνθήκες, οι δικαστές φάνηκαν άλλωστε τελικά απίστευτα επιεικείς: η μεν κυρία Χιτ καταδικάστηκε σε 5ετή κάθειρξη (5.5.2000), ο δε συνταγματάρχης στη γελοία ποινή της 5μηνης φυλάκισης (14.7.2000).

Αποτυχία και κλιμάκωση

Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που η όλη «αντιναρκωτική» εκστρατεία έχει καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία. Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις του αμερικανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, το 1989 η Κολομβία παρήγαγε μόλις το 10% της κόκας (κι επεξεργαζόταν το 80% της κοκαΐνης) που εισαγόταν στις ΗΠΑ. Το 2000, το ποσοστό της στην παραγωγή είχε φτάσει το 80%, ενώ η έκταση των καλλιεργειών αυξάνεται κάθε χρόνο κατά 20-30% -κι αυτό, παρά τους καταστροφικούς για τον άνθρωπο και το περιβάλλον αεροψεκασμούς με καρκινογόνες ουσίες και βιολογικά όπλα (βλ. αναλυτικά τον «Ιό» στις 24.9.2000).

Αυτός είναι κατά πάσα πιθανότητα και ο λόγος που η τωρινή κυβέρνηση Μπους αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση, παραμερίζοντας τους ισχυρισμούς των προκατόχων της και αναγνωρίζοντας την ανάμειξή της στον κολομβιανό εμφύλιο ως μέρος της διεθνούς «αντιτρομοκρατικής» εκστρατείας της. Γραμμή που ανταποκρίνεται βέβαια πλήρως στις αμφιλεγόμενες συμμαχίες της, δεν υπόσχεται όμως τίποτα το καλό για τους -άμεσα ενδιαφερόμενους- Κολομβιανούς...

Ο πρόεδρος του παρακράτους

Σύμφωνα με το προεκλογικό του σύνθημα, έχει «στιβαρό χέρι και μεγάλη καρδιά». Η πανηγυρική εκλογή του Αλβάρο Ουρίμπε στο πόστο του νέου προέδρου της Κολομβίας, με ένα εντυπωσιακό 53%, αποτελεί χωρίς αμφιβολία το σημείο τομής για την εξαπόλυση ενός ολοκληρωτικού πολέμου κατά της αριστεράς και κάθε άλλου αμφισβητία της (υπάρχουσας) έννομης τάξης.

Κουρασμένοι από μια τρίχρονη «ειρηνευτική διαδικασία», που απέτυχε παταγωδώς να σταματήσει την αιματοχυσία, οι ψηφοφόροι εξουσιοδότησαν τον υποψήφιο της παρακρατικής ακροδεξιάς να επιβάλει τη δική του «λύση». Θα πρέπει, βέβαια, να έχουμε υπόψη μας τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά αυτού του εκλογικού σώματος: στην Κολομβία η ψηφοφορία είναι προαιρετική και το ποσοστό συμμετοχής έφτασε μόλις το 46%. Ψήφισαν κυρίως οι κάτοικοι των πόλεων και των ελεγχόμενων από τους παρακρατικούς περιοχών της υπαίθρου.

Για την υποστήριξη αυτών των τελευταίων προς το νικητή των εκλογών δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Μπορεί η AUC να διακηρύσσει την ουδετερότητά της, ωστόσο τις δικές του συνεντεύξεις πρόβαλε στην ιστοσελίδα της. Επανειλημμένες υπήρξαν οι καταγγελίες για την πίεση που ασκούσε στους χωρικούς να ψηφίσουν «σωστά». Βασική προεκλογική υπόσχεση του Ουρίμπε υπήρξε, άλλωστε, η γενίκευση του θεσμού της «Αυτοάμυνας» σε ολόκληρη τη χώρα, με τον εξοπλισμό 1.000.000 «νομιμόφρονων πολιτών» κατά της αριστεράς.

*Η σχέση του νέου προέδρου με το παρακράτος χρονολογείται από παλιά. Το 1993 οργάνωσε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης 80.000 πολιτών στην «ειρηνική επίλυση συγκρούσεων», χρηματοδοτημένο από το πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Την επόμενη χρονιά, όλοι οι «εκπαιδευθέντες» προσλήφθηκαν στους παρακρατικούς σχηματισμούς του προγράμματος «Συμβίωση» (Convivir), για να συμμετάσχουν στην καταστολή των «ανατρεπτικών».

*Ακολούθησε η τρίχρονη θητεία του Ουρίμπε ως κυβερνήτη της Αντιοκία (1995-97) η οποία αναδείχθηκε σε προπύργιο των ακροδεξιών συμμοριών: «Ο Ουρίμπε δημιούργησε 69 τέτοιες ομάδες», διαβάζουμε σε ένα πρόσφατο -και κατά τα άλλα υμνητικό- ρεπορτάζ της «Washington Post» (20.5.2002). «Μια τέτοια ομάδα εξακολουθεί να υπάρχει στο Ρίο Νέγκρο, μια περιοχή εύφορων αγροκτημάτων του Μεντελίν. Ο Ουρίμπε είναι ιδιοκτήτης ενός από τα 265 αγροκτήματα που επιτηρούνται από την ομάδα».

*Σκάνδαλο αποτέλεσε η ανάμειξη του Ουρίμπε στη δολοφονία, το 1995, δύο συνδικαλιστών φοιτητών. Οταν το 1997 συνελήφθησαν κάποιοι από τους αυτουργούς, αφέθηκαν σχεδόν αμέσως ελεύθεροι με προσωπική του παρέμβαση.

*Πολλοί αποδίδουν το μίσος του Ουρίμπε κατά της αριστεράς στην οικογενειακή του ιστορία. Ο πατέρας του, Αλμπέρτο Ουρίμπε, σκοτώθηκε το 1983 από τις FARC «εξαιτίας της δραστηριότητάς του κατά των ανταρτών» («Red Resistencia» 15.5.2002). «Επαγγελματίας μεσάζων, που αγόραζε και πουλούσε ζώα και γη επί πιστώσει» και ιδιοκτήτης κάπου 70 τσιφλικιών, σύμφωνα με την «Washington Post», έχει καταγγελθεί επανειλημμένα ως ένας από τους «γνωστούς μεγαλεμπόρους ναρκωτικών» της εποχής. Το σίγουρο είναι ότι διατηρούσε εξαιρετικά στενές σχέσεις με τον αρχιμαφιόζο Φάμπιο Οτσόα, έναν από τους αρχιτέκτονες του διαβόητου «καρτέλ του Μεντελίν» (και πατέρα του Χόρχε Οτσόα, ταμία της παρακρατικής οργάνωσης MAS). Επισήμως, συνεργάζονταν στο εμπόριο αλόγων...

*Αλλά και ο ίδιος ο νέος πρόεδρος βαρύνεται με αντίστοιχες κατηγορίες. Ως επικεφαλής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (1980-82), έδωσε αθρόες άδειες κατασκευής ιδιωτικών αεροδρομίων στα μέλη των καρτέλ της κοκαΐνης - ενέργεια που αποτέλεσε και το λόγο απομάκρυνσής του από αυτή τη θέση. Ως δήμαρχος Μεντελίν (1982-83), χρηματοδοτήθηκε για «κοινωφελή έργα» από τον γνωστό αρχιμαφιόζο Πάμπλο Εσκομπάρ. Το 1997, τέλος, η DEA κατάσχεσε 50 τόνους χημικών ουσιών, που προορίζονταν για τη βιομηχανική επεξεργασία της κόκας και την παραγωγή κοκαΐνης. Παραλήπτης ήταν η εταιρεία GMP Productos του Πέντρο Χουάν Μορένο Βίλα - στενού συνεργάτη του Ουρίμπε και επικεφαλής της φετινής προεκλογικής εκστρατείας του.

Ιδανικός συνεταίρος, δηλαδή, για τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών»...

Γιαν Μυρντάλ: Το Θιβέτ ανήκει στην Κίνα περισσότερο από ότι η Νίκαια ανήκει στη Γαλλία

Το παρακάτω άρθρο είναι από το γνωστό Σουηδό αριστερό διανοούμενο Γιαν Μυρντάλ και δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο στην εφημερίδα Aftonbladet

Το Θιβέτ έχει υπάρξει μέρος της Κίνας περισσότερο από όσο μπορεί η Χώρα των Βάσκων να αποκαλεστεί Ισπανική ή – για να πάρουμε ευρωπαϊκά παραδείγματα με συντομότερη κρατική υπόσταση – το Νότιο Τύρολο ιταλικό και η Κορσική (ή η Νίκαια) γαλλική.

Αλλά δεν υπάρχει σχεδόν κανένα κράτος που να μην αναγνωρίζει το υπάρχων κυριαρχικό καθεστώς της Χώρας των Βάσκων, του Νοτίου Τυρόλου, της Κορσικής – σε αντίθεση με το τι ισχύει με το γειτονικό στο Θιβέτ Κασμίρ – κανένα κράτος που να αμφισβητεί επίσημα το κυριαρχικό καθεστώς στο Θιβέτ.

Παρ’ όλα αυτά ετούτο πλανάται σαν φάντασμα από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα. Όταν εξασθένισε η κινέζικη αυτοκρατορία το Θιβέτ έγινε κατά το 18ο αιώνα – όπως η Σίβα, το Σιντχ και το Αφγανιστάν – ένα επιθυμητό χώρισμα στο Μεγάλο παιχνίδι για την κεντρική Ασία μεταξύ της Ρωσίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Το Σεπτέμβρη του 1907 το παιχνίδι τελείωσε με αμφίρροπο αποτέλεσμα. Ακόμα και η Μεγάλη Βρετανία υπέγραψε την παραίτησή της από το Θιβέτ και τα δύο μέρη αναγνώρισαν αυτό που αποκάλεσαν «κινέζικη εθνική κυριαρχία».

Αν και οι Βρετανοί τοπικοί άρχοντες ανέλαβαν το 1914, από μόνοι τους (παράνομα σύμφωνα με το Λονδίνο που ανησυχούσε για περιπλοκές με τη Ρωσία) και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της Κίνας, μια διευθέτηση των συνόρων με το Θιβέτ (στην οποία και εξαιτίας της οποίας προετοιμάστηκε το έδαφος για τα μεθοριακά πολεμικά επεισόδια μεταξύ της Ινδίας και της Κίνας το 1962) η οποία έχει επιφέρει μέχρι σήμερα ένα σύνορο του Θιβέτ με την Κίνα στο οποίο η κυριαρχία της Κίνας είναι απλώς «τυπική». Από τη δεκαετία του ’20 και μέχρι το 1943, τότε που το Λονδίνο ακόμα ήλπιζε ότι μπορεί να διατηρήσει τη ισχύ του στην Ινδία, η Μεγάλη Βρετανία συνέχισε το παιχνίδι με την Κίνα για το Θιβέτ. Όμως η Ινδία έγινε ανεξάρτητη, το Λονδίνο απώλεσε την αυτοκρατορία του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ιδέα να καταλάβει το Θιβέτ.

Το 1949 ανακηρύχθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ύστερα ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός εξασφάλισε βαθμηδόν το νέα καθεστώς σε όλα την εθνική επικράτεια – με την εξαίρεση του Μακάο, του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν. Το κοινωνικό σύστημα που συνάντησαν στο Θιβέτ δεν ήταν απλά φεουδαρχικό και καταπιεστικό – ήταν ακραίο. Μια γεωκτητική θεοκρατία, μια εξουσία των μοναχών που επικρατούσε με τις πιο βίαιες μεθόδους κατά των δούλων που τους συντηρούσαν.

Στη δύση φαντάζεται κανείς συχνά ένα Σανγκρί-Λα του αρχαίου Θιβέτ. Αλλά δεν ήταν έτσι. Και ο ίδιος ο Δαλάι Λάμα είναι – ανεξαρτήτως αν ενδιαφέρεται κανείς για το είδος της πνευματικότητάς του ή όχι – ως πολιτικός ένας που βρίσκεται πολύ δεξιότερα από τον Πάπα του Βατικανού εδώ και εκατό χρόνια.

Το καθήκον για τη νέα Κίνα ήταν να απελευθερώσει τους δούλους, να εκσυγχρονιστεί και να αναπτυχθεί οικονομικά – ωστόσο με σεβασμό στον πολιτισμό και τη θρησκεία (και του Δαλάι Λάμα!). Δεν ήταν εύκολο∙ ήταν ο τετραγωνισμός του κύκλου.

Η εντολή του Μάο ήταν να έρθει σε πέρας αυτό με την μέγιστη προσοχή. Οι φεουδάρχες αφέντες θα μπορούσαν για μια περίοδο διατηρήσουν πολλή από τη δύναμη και την επιρροή ταυτόχρονα που δούλοι και οι μάζες των μοναχών θα είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν περισσότερη αξία σαν άνθρωποι. Το μίσος των προηγούμενων κυρίαρχων πάνω στη ζωή και το θάνατο των μοναχών έγινε άσβεστο.

Όταν ήμασταν στην Ινδία – ιδιαίτερα κατά το ταξίδι του 1959 – το συζητήσαμε αυτό, οι φίλοι από το Κογκρέσο που συμμετείχαν τόσο στην καμπάνια «Φύγετε από την Ινδία» το 1942 και την εθνική ενοποίηση της Ινδίας το 1947, πίστευαν ότι υπήρχε λόγος να γίνει κριτική στο Μάο. Όφειλε, πίστευαν, να είχε καταλάβει ότι ήταν αναγκαίο αντιθέτως να δράσει σαν τον Σαρντάρ Πάτελ στην Ινδία. Στα λόγια υποσχέθηκαν ότι οι 565 πρίγκιπες μπορούσαν να διατηρήσουν την εξωτερική σαχλαμάρα τους και λίγα λεφτά αλλά ταυτόχρονα σκληρά και αδίστακτα (με στρατιωτική παρουσία αν κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο) να ξεκαθαρίσουν μαζί τους ύστερα από κάθε ένδειξη εναντίωσή τους στο έθνος.

Δεν ξέρω αν μια τέτοια πολιτική σαν του Πάτελ – σε αντίθεση με την περισσότερο προσεκτική του Μάο – θα είχε εμποδίσει το μεγαλύτερο μέρος των φεουδαρχικών δυνάμεων να εξεγερθούν το 1959. Ούτε εξολοκλήρου μόνοι τους το κάνανε. Για δεκαετίες η CIA οργάνωνε και εξόπλιζε τους Θιβετιανούς αντάρτες.

Αν και ούτε το 1959 βρέθηκε η Κίνα ενώπιον ενός Βαντέ η φετινή αναταραχή έχει καταστεί αρκετά ασήμαντη. Τα θύματα ήταν μικρομεσαίοι και κρατικοί υπάλληλοι από την εθνικότητα των Χαν. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συγκριθεί με πραγματικές διαμάχες – η σφαγή των Σιχ το 1984 ή το μακελειό του Γκουτζαράτ το 2002, για να πάρουμε δυο παραδείγματα από την Ινδία.

Θεωρώ ότι θρησκευτικές ομάδες από την προηγούμενη θεοκρατική δεσποτία και το ποίμνιο στο οποίο έχουν άμεση επιρροή εξοργίζονται με τον εκσυγχρονισμό, τις επικοινωνίες και την οικονομική πρόοδο. Αλλά ότι η αγανάκτηση για την πρόοδο, δεν είναι περαιτέρω διαδεδομένη, φαίνεται από τη μικρή υποστήριξη του κινήματος (δεν είναι δηλαδή όπως η ΕΤΑ και οι συμπαθούντες της στη χώρα των Βάσκων).

Ότι οι κύκλοι γύρω από το Δαλάι Λάμα επιχείρησαν να οργανώσουν το κίνημα φαίνεται από τη διαμόρφωση της δράσης επίσης στο Νεπάλ και την Ινδία. Είναι πιθανό ότι έχουν εμπνευστεί από το Κόσοβο και ελπίζουν ότι θα αποκτήσουν διεθνή υποστήριξη∙ αλλά η σκέψη ότι το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ θα ήθελαν (ή θα μπορούσαν) να κάνουν βομβαρδισμούς για το Θιβέτ όπως έκαναν για το Κόσοβο είναι απίθανο. Η Κίνα δεν είναι ένα αποσυντιθέμενο κράτος των Βαλκανίων.


Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Ο ελληνικός... ιμπεριαλισμός

Ένα άρθρο από την Ελευθεροτυπία που δικαιώνει τους θιασώτες της θεωρίας περί ελληνικού ιμπεριαλισμού. Τους ευχόμαστε περαστικά...


ΤΗΛΕΦΩΝΟΥΜΕ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΑ Ή ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ, ΨΩΝΙΖΟΥΜΕ ΟΛΛΑΝΔΟΒΕΛΓΙΚΑ, ΧΤΙΖΟΥΜΕ ΜΕ ΓΑΛΛΙΚΑ ΤΣΙΜΕΝΤΑ, ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΜΕ ΑΡΑΒΟΪΤΑΛΙΚΑ ΚΑΙ... ΔΑΝΕΙΖΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ

«Οικονομικός μετανάστης» στη χώρα μας το ελληνικό επιχειρείν

Του ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΑ

Με το όνειρο των «εθνικών πρωταθλητών» ξεμένει η χώρα, καθώς παραχωρεί τον ανθό των επιχειρήσεών της και μετεξελίσσεται ταχέως σε... Ελλάς Ελλήνων υπαλλήλων ξένων αφεντικών.

Ο πύργος της πολυεθνικής επιχειρηματικής Βαβέλ, που χτίζουν μεθοδικά εδώ και δεκαετίες στη χώρα μας ξένοι κολοσσοί με δέλεαρ τις ολιγοπωλιακές δομές της οικονομίας, έγινε πλέον ψηλότερος από ποτέ με την εκχώρηση του ΟΤΕ στη γερμανική Deutsche Telekom και τη μεταφορά του κέντρου λήψης αποφάσεων από την Αθήνα στη Βόνη.


Η συμφωνία αυτή δεν είναι φυσικά ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία, μιας και οι ξένοι έχουν χρόνια τώρα περικυκλώσει τους πιο στρατηγικούς τομείς οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Είναι όμως ιστορική, γιατί αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την ακολουθούμενη στρατηγική «αφελληνισμού» της οικονομίας (σ.σ.: ο τηλεπικοινωνιακός κλάδος της χώρας μας ελέγχεται πλέον μόνο από ξένους) και πιστοποιεί πως ακόμη και τα πιο «προκεχωρημένα φυλάκια» του Δημοσίου και -πόσω μάλλον- του ιδιωτικού επιχειρείν, περνούν με ιδιαίτερη ευκολία στον έλεγχο πανίσχυρων ξένων οικονομικών συμφερόντων.

Σε αντίθεση με προηγούμενες δεκαετίες, όταν όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, όσο συντηρητικές και αν ήταν, φρόντιζαν να θέτουν τις στρατηγικές υποδομές υπό εθνικό έλεγχο, οι τωρινές ελληνικές κυβερνήσεις πουλάνε στο όνομα του αντικρατισμού, της φιλελεύθερης οικονομίας και της ευκαιριακής κάλυψης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, και οι επιχειρηματίες στο όνομα των εύκολων υπεραξιών.

Ποιος «Πολωνός υδραυλικός»;

Οι ξένοι «εισβολείς» είναι εδώ και είναι παντού. Δεν είναι ο Αλβανός μετανάστης ή ο Ρουμάνος εργάτης, που κατά την εθνικοπατριωτική αντίληψη κάποιων βάζει βαθιά το χέρι του στο πορτοφόλι του Ελληνα.

Νέμονται 100 από τα 200 δισ.

Αρκεί να δει κανείς τη λίστα με τις 300 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, οι οποίες νέμονται το 50% του συνολικού τζίρου και το 60% της κερδοφορίας που παράγεται κάθε χρόνο σε σύνολο καταναλωτικής δαπάνης ύψους 200 δισ. ευρώ. Ανάμεσά τους και κυρίως στις κορυφαίες θέσεις φιγουράρουν περίπου 100 ξένες πολυεθνικές επιχειρήσεις, ή εταιρείες με ελληνικό όνομα, αλλά ξένο διαβατήριο.

Γερμανοί, Αγγλοι και Αιγύπτιοι ελέγχουν σήμερα όλες τις μεγάλες εταιρείες σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας με τις οποίες συνεργαζόμαστε. Ισπανοί, Γάλλοι, Ιταλοί και Ρώσοι διεκδικούν μερίδιο από την τεράστια πίτα της ενέργειας που καταναλώνουμε. Γερμανοί, Γάλλοι, Ολλανδοί και Βέλγοι βρίσκονται πίσω από τα σουπερμάρκετ που ψωνίζουμε, στα τσιμέντα με τα οποία χτίζουμε τα σπίτια μας, στα καταστήματα από τα οποία αγοράζουμε ρούχα, στην τράπεζα της γειτονιάς μας από όπου πήραμε δάνειο και εσχάτως στην ασφαλιστική μας εταιρεία όπου έχουμε «ασφαλισμένη» τη ζωή μας ή το αμάξι μας. Ολλανδοί και Ελβετοί είναι αυτοί που φτιάχνουν το γάλα των παιδιών μας, που μας προμηθεύουν μπίρες ή ακόμη και λάδι από την... Κρήτη.

Αμερικανικά όπλα και αναψυκτικά

Οι Αμερικανοί φτιάχνουν τα όπλα μας, παράγουν τα αναψυκτικά μας, έχουν αναλάβει να εκμοντερνίσουν το Δημόσιο με νέες τεχνολογίες τύπου Microsoft και παράλληλα «χτίζουν» θέσεις για την επόμενη μέρα στη ΔΕΗ, που φλερτάρει με τους Γερμανούς.

Οι ξένοι έχουν βάλει πόδι και σε όλες τις βασικές υποδομές της χώρας. Ισπανοί (ACS - Dragados) και Γάλλοι (Vinci) κατασκευάζουν τα μεγάλα οδικά δίκτυα και τις γέφυρες ως επικεφαλής κοινοπραξιών μαζί με ελληνικές επιχειρήσεις, Αραβες και Ιταλοί ελέγχουν άμεσα και έμμεσα τις μεγάλες ακτοπλοϊκές εταιρείες που συνδέουν τα νησιά μας.

Αραβοκινεζικά τα λιμάνια μας

Ξένοι «συνεταίροι» χτίζουν το Μετρό της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, είναι συνιδιοκτήτες με το Δημόσιο στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας (Hochtief στο «Ελ. Βενιζέλος») και τώρα κονταροχτυπιούνται για το ποιοι (οι Κινέζοι της Cosco και της Hutschison ή Αραβες της Dubai Ports) θα είναι οι εκλεκτοί της ελληνικής κυβέρνησης που θα αναλάβουν τη διαχείριση των δύο κομβικών για τα Βαλκάνια λιμανιών στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη. Την ίδια ώρα οι Γάλλοι της Suez έχουν αρχίσει να βάζουν το δάχτυλο στο μέλι των δύο κρατικών εταιρειών ύδρευσης, την ΕΥΔΑΠ στην Αττική και την ΕΥΑΘ στη Θεσσαλονίκη.

Κι όλα αυτά σε μια περίοδο που στα περισσότερα κράτη οι κυβερνήσεις είτε αποφεύγουν σιωπηλά είτε αποτρέπουν ηχηρά την εκχώρηση σε «αλλοεθνείς» νευραλγικών κλάδων, όπως το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές, η ενέργεια κ.ά. *


Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Ρώσοι και Αμερικανοί

Ερμαια στο τσουνάμι των εξαγορών κυβερνήσεις και επιχειρηματίες

Σε ξένα χέρια έχει περάσει τα τελευταία χρόνια ο έλεγχος των σημαντικότερων και πιο κερδοφόρων επιχειρηματικών κλάδων της χώρας μας, αφού ούτε οι κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας επιδίωξαν να επενδύσουν σε στρατηγικές ενδυνάμωσης της εθνικής οικονομίας ούτε οι ιδιώτες αντιστάθηκαν στις σειρήνες του εύκολου πλουτισμού.


Στις τηλεπικοινωνίες, έναν κλάδο στον οποίο ο ετήσιος τζίρος ξεπερνά τα 9 δισ. ευρώ, όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις ανήκουν πλέον σε ξένα συμφέροντα. Οι Γερμανοί μέσω της Deutsche Telekom απέκτησαν «πακέτο» τον ΟΤΕ μαζί με την Cosmote και την εξαγορασθείσα Γερμανός και έχουν να αντιμετωπίσουν «εντός έδρας» από τη μια πλευρά τον Αιγύπτιο μεγιστάνα Ν. Σαουίρις, ιδιοκτήτη της Wind που αγόρασε την ΤΙΜ μαζί με την Q-Telecom και προσφάτως την Tellas από τη ΔΕΗ, και από την άλλη την αγγλική Vodafone, που στις αρχές της δεκαετίας απέκτησε την Panafone. Ο μετοχικός έλεγχος της Forthnet ανήκει σε διεθνείς επενδυτές, ενώ το «άνοιγμα» του ομίλου Κόκκαλη στον κλάδο συγχρηματοδοτείται από ρωσικά συμφέροντα.

Στο λιανεμπόριο, ξένοι όμιλοι μοιράζονται το μεγαλύτερο μέρος της πίτας, που φτάνει τα 8,5 δισ. ευρώ για τα σουπερμάρκετ και ξεπερνά το 1,5 δισ. ευρώ για τις ηλεκτρικές συσκευές. Οι κορυφαίες αλυσίδες σουπερμάρκετ που δραστηριοπούνται στην Ελλάδα είναι πολυεθνικών συμφερόντων που έχουν εξαγοράσει ελληνικές επιχειρήσεις. Η αλυσίδα με τον μεγαλύτερο τζίρο στη χώρα -περίπου 2 δισ. ευρώ πέρυσι- είναι ο γαλλικός κολοσσός Carrefour-Μαρινόπουλος, ενώ αμέσως μετά ακολουθεί η ΑΒ Βασιλόπουλος -έσπασε το φράγμα του 1 δισ. ευρώ στις πωλήσεις με την εξαγορά της Plus- που ανήκει στον βελγικό όμιλο Delhaize. Αν και υψηλοί, οι τζίροι των 3 μεγάλων ελληνικών σουπερμάρκετ (Σκλαβενίτης, Βερόπουλος, Ατλάντικ) μόλις που ξεπερνούν αθροιστικά τις πωλήσεις του πρώτου στην κατάταξη. Στον συγκεκριμένο κλάδο, η παρουσία ξένων ομίλων ενισχύεται συνεχώς. Οι εκπτωτικές αλυσίδες Lidl και Dia διευρύνουν την παρουσία τους στην αγορά, ενώ η νεοφερμένη γερμανική Aldi έχει φιλόδοξα σχέδια, καθώς σκοπεύει να δημιουργήσει τουλάχιστον 300 καταστήματα τα επόμενα χρόνια.

Στον τομέα των ηλεκτρονικών συσκευών (πλυντήρια, ψυγεία, τηλεοράσεις, DVD, τηλέφωνα κ.ά.) επικρατεί συνωστισμός πολυεθνικών. Ο όμιλος Κωτσόβολου-Εlectroworld, που ανήκει στη βρετανική Dixons, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 440 εκατ. ευρώ (2006), ελέγχει σχεδόν το 1/3 της αγοράς, ενώ βασικοί ανταγωνιστές της είναι ο γερμανικός όμιλος Media Markt-Saturn και η γαλλική Fnac.

Στην αγορά οικιακού εξοπλισμού, όπου η παρουσία ελληνικών εταιρειών παραμένει ακόμη ισχυρή, πρωταγωνιστεί η σουηδική φίρμα ΙΚΕΑ, που αναπτύσσει ο όμιλος Φουρλή, με τζίρο που ξεπέρασε τα 200 εκατ. ευρώ το 2006, και η γερμανική Praktiker με περίπου 260 εκατ. ευρώ. Στην αγορά ετοιμάζεται να διεισδύσει σε συνεργασία με τη Sato και ο ευρωπαϊκός κολοσσός ΟΒΙ, που ανήκει στο γερμανικό όμιλο Tengelmann.

Στις τράπεζες, η παρουσία ξένων χρηματοπιστωτικών ομίλων είναι σχετικά περιορισμένη. Η γαλλική Credit Agricole ελέγχει την Εμπορική Τράπεζα, η Societe Generale τη Γενική, η Dubai Investment τον ελληνοκυπριακό όμιλο της Marfin Popular Bank και τον επενδυτικό όμιλο MIG, η πορτογαλική BCP τη Nova Bank. Ωστόσο, όλες οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες είναι εκτεθειμένες σε επιθετικές εξαγορές καθώς οι μετοχές τους είναι διάσπαρτες σε ξένα επενδυτικά χαρτοφυλάκια, σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 40-50%.

Αντίθετα, στις ασφαλιστικές εταιρείες ο έλεγχος ασκείται από ξένες εταιρείες. Πέραν της αυτόνομης παρουσίας ξένων ομίλων όπως οι ING, Generalli κ.ά., η γαλλική ΑΧΑ έχει αποκτήσει την Alpha Ασφαλιστική, η Groupama τη Φοίνιξ Metrolife, η ολλανδική Eureko την Interamerican, ενώ στο «σφυρί» έχει βγει και η Αγροτική Ασφαλιστική.

Στην ακτοπλοΐα, η περσινή χρονιά έφερε μεγάλες ανακατατάξεις. Η MIG, που στην ουσία ελέγχεται από διεθνή επενδυτικά κεφάλαια με κυριότερα αυτά των Αράβων, αγόρασε τον όμιλο Attica Group και την Blue Star ενώ ο Ιταλός εφοπλιστής Ε. Γκριμάλντι απέκτησε τις Μινωικές Γραμμές.

Ελαΐς, πλήρως στην Unilever

Στη βιομηχανία, ο όμιλος της ΑΓΕΤ Ηρακλής έχει περάσει πλέον στον πλήρη έλεγχο της γαλλικής Lafarge (86%), ο όμιλος Βιοχάλκο βρίσκεται σε συμφωνία συνεργασίας με τον αμερικανικό όμιλο Nuclear Corporation για τη Σιδενόρ, η παραδοσιακή ελαιουργική εταιρεία «Ελαΐς» εξαγοράστηκε πλήρως από τη Unilever, η μεταλλουργική Hellas Can πέρασε στον έλεγχο της γαλλικής Societe de Participations Carnaudmetalbox, η Rilken ελέγχεται σε ποσοστό άνω του 50% από τη γερμανική Henkel, η καπνοβιομηχανία Παπαστράτος έχει εξαγοραστεί πλήρως από τη Phillip Morris Holland B.V., θυγατρική του πολυεθνικού ομίλου Altria κ.ά.

Στον κλάδο των τροφίμων ποτών, η Coca Cola Hellenic, δεύτερη μεγαλύτερη σε χρηματιστηριακή αξία σήμερα, εισηγμένη επιχείρηση στο Χ.Α και «αφεντικό» για λογαριασμό της αμερικανικής πολυεθνικής στην ευρύτερη περιοχή μας, αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τη Ζυθοποιΐα Μύθος, «δημιούργημα» του ομίλου Μπουτάρη που εξαγοράστηκε από τη Scotish Newscastle και πρόσφατα αποκτήθηκε από την Carlsberg.


Πόσο θα κρατήσουν τη ΔΕΗ;

Στην Ενέργεια, έναν από τους πλέον στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας, η τράπουλα μοιράζεται συνεχώς. Η ΔΕΗ παραμένει ακόμη υπό κρατικό έλεγχο, ωστόσο κανείς δεν ξέρει για πόσο καιρό ακόμη. Δύο αμερικανικά funds πάντως (Capital και Fidelity) έχουν αποκτήσει πάνω από το 10% των μετοχών της και διεκδικούν εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση «παζαρεύει» με γερμανικές (RWE) και άλλες επιχειρήσεις την κατασκευή νέων μονάδων σε συνεργασία με τη ΔΕΗ. Το άνοιγμα της αγοράς παραγωγής ενέργειας έχει προσελκύσει μεγάλους ξένους παίκτες που συνεργάζονται με ελληνικούς ομίλους. Η ισπανική Iberdrola εξαγόρασε τον Ρόκκα, η ιταλική Edison έχει δημιουργήσει κοινοπρακτικό σχήμα με τα ΕΛΠΕ, ο όμιλος Κοπελούζου, που φέρνει το φυσικό αέριο της Gazprom στην Ελλάδα, έχει συμμαχήσει με την ιταλική Enel, ενώ ο Μυτιληναίος συνέστησε κοινή επιχείρηση με την ισπανική Endesa.


Οι αποκρατικοποιήσεις δεν είναι πραγματικές νέες επενδύσεις

Τα χαρακτηριστικά που προσελκύουν τις ξένες πολυεθνικές ή ακόμη και το πρόσκαιρο, κερδοσκοπικό κεφάλαιο στην Ελλάδα δεν είναι φυσικά ούτε το φτηνό εργατικό κόστος ούτε οι βοηθητικές υποδομές ούτε το γραφειοκρατικό τέρας.

Στο παρελθόν «κυνηγούσαν» τις επιδοτήσεις και τα φορολογικά κίνητρα. Στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκαν την οικονομική ανάπτυξη που οδήγησε σε αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης, τον υπερδανεισμό και το «μπουμ» της αγοράς ακινήτων. Τα τελευταία χρόνια ευνοούν και ευνοούνται από την προθυμία των ελληνικών κυβερνήσεων να πουλήσουν κρατικά ολιγοπωλιακά φιλέτα (με πρόφαση ότι οι ξένοι κομίζουν τεχνολογία, προσδίδουν δυναμισμό ή προάγουν τον ανταγωνισμό στην ελληνική οικονομία) και ρίχνουν το βάρος τους στις τηλεπικοινωνίες, την ενέργεια και τις υποδομές, τομείς οι οποίοι συν τοις άλλοις χρηματοδοτούνται από τα ευρωπαϊκά ταμεία, ενώ ενδείκνυνται ώστε να χρησιμοποιηθούν σαν βατήρες επέκτασης στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για «τσάμπα» επενδύσεις που λίγα προσφέρουν στην πραγματική οικονομία. Από τις αποκρατικοποιήσεις δεν προκύπτουν πραγματικές νέες επενδύσεις σε πάγια και θέσεις εργασίας, αφού στην ουσία αποτελούν εξαγορές υφιστάμενων επιχειρηματικών μονάδων και μάλιστα με δεσπόζουσα θέση στην αγορά. Οι εκπρόσωποι των σουπερμάρκετ στη χώρα μας, ενός κλάδου όπου οι ξένοι επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν ότι τα κέρδη κάποιων πολυεθνικών εμπορικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα δεν τα βλέπουν ούτε με τα κιάλια στην υπόλοιπη Ευρώπη, μια και εδώ έχουν την ευχέρεια να καθορίζουν τις τιμές πουλώντας τα προϊόντα τους μέχρι και 200% ακριβότερα. Και όχι μόνο αυτό. Οπως έγραφε μόλις την περασμένη εβδομάδα η «Ε» (17/5), η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε «περιοριστικά» μέτρα καθώς έχει διαπιστώσει ότι αρκετές πολυεθνικές εκμεταλλεύονται τους χαμηλότερους συντελεστές φορολόγησης επιχειρηματικών κερδών που ισχύουν πλέον στην Ελλάδα (25% έναντι 39% στη Γερμανία), «επαναπατρίζοντας» προς όφελος των μητρικών τους μέγιστο μέρος από τα κέρδη τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις ο ανταγωνισμός λειτουργεί προς όφελος του καταναλωτή.

Στις ηλεκτρικές συσκευές, λ.χ., οι τιμές σε σχέση με το παρελθόν έχουν πέσει εντυπωσιακά λόγω της υπερπροσφοράς και της ποικιλίας που έφερε η δραστηριοποίηση μεγάλων εμπορικών αλυσίδων του εξωτερικού. Στα έπιπλα και τον οικιακό εξοπλισμό επίσης, όπως και στην ένδυση.

Πατεράδες της γενιάς των 700 ευρώ

Από την άλλη, η «γενιά των 700 ευρώ» αποτελεί εν πολλοίς παιδί των πολυεθνικών εταιρειών. Ναι μεν η είσοδος μεγάλων ομίλων στο λιανεμπόριο (σουπερμάρκετ, υπεραγορές ηλεκτρικών συσκευών, εκπτωτικά καταστήματα κ.ά.) δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, από την άλλη πλευρά όμως είναι δουλειές κακοπληρωμένες (με 600-700 ευρώ) και χωρίς ιδιαίτερες διασφαλίσεις. Ακόμη χειρότερα για τα εργασιακά δικαιώματα, η μαζική είσοδος πολυεθνικών στη χώρα είχε αποτέλεσμα να αλλάξουν πολλά επί τα χείρω τα τελευταία χρόνια. Από το ωράριο των καταστημάτων που επιμηκύνθηκε σε βάρος των εργαζόμενων, μέχρι τις μισθολογικές συμβάσεις, την κοινωνική ασφάλιση, το δικαίωμα στην απεργία και γενικότερα τις εργασιακές σχέσεις που γίνονται κυριολεκτικά λάστιχο.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΩΡΓΑΣ


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 24/05/2008

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Η Παραγουάη εισέρχεται στον άξονα του “κακού”, αλλά τώρα μπορεί να ονειρεύεται!

Το άρθρο αυτό μας έστειλε ο Νίκος Κλειτσίκας.

Ο πρώην επίσκοπος Fernando Lugo, με 41%, είναι σήμερα πρόεδρος της Παραγουάης. Η χώρα αυτή, για πρώτη φορά στα 196 χρόνια της ανεξαρτησίας της, έχει πρόεδρο αντιπολίτευσης που κερδίζει ειρηνικά την κυβερνητική εξουσία και επιπροσθέτως στο λεξικό της προστίθεται μια νέα λέξη: Tekojoja. [Tekojoja (http://www.tekojoja.org.py/) σημαίνει «ισότητα» στη γλώσσα “guaraní”, τη γλώσσα των ιθαγενών της Αμερικής και επίσημη γλώσσα της Παραγουάης, μαζί με την “castigliano”].

Ο Fernando Lugo συνέτριψε την ολιγαρχία του φιλελεύθερου κόμματος Partido Colorado (http://www.anr.org.py/) και στην πρώτη του ομιλία ως πρόεδρος έδωσε το στίγμα της πολιτικής του: «…και οι μικροί μπορούν να νικούν. Τώρα η Παραγουάη ανήκει σε όλους».

Η Παραγουάη έχει ένα τραγικό παρελθόν. Κάθε φορά που «σήκωνε κεφάλι» αντιμετώπισε τη σκληρή τιμωρία των γειτόνων της, κατ’ επιταγή της τότε κραταιάς Μεγάλης Βρετανίας. Στα μέσα του 18ου αιώνα ήταν, ίσως, η πιο ανεπτυγμένη βιομηχανικά χώρα της αμερικάνικης ηπείρου, αλλά η Τράπεζα του Λονδίνου εξαγόρασε την «Τριπλή Συμμαχία» (Αργεντινή, Βραζιλία και Ουραγουάη), ώστε να καταστρέψει αυτή την “εμπειρία” αυτόνομης ανάπτυξης και μηδενισμού των εισαγωγών, υποχρεώνοντας την Παραγουάη να εισάγει τα πάντα από την Αγγλία. Η ανθρωποσφαγή σταμάτησε μόνον αφού εξοντώθηκε το 70% των ενηλίκων ανδρών, σε μια χώρα που στους ενήλικες συμπεριλαμβάνονταν και τα παιδιά των 15 ετών.

Το 19ο αιώνα, στη δεκαετία του ’30 είχαμε μια εκ νέου επανάληψη της ανθρωποσφαγής. Οι αδελφές του πετρελαίου Standard Oil και Shell οδήγησαν τις κυβερνήσεις της Βολιβίας και της Παραγουάης σ’ ένα εμφύλιο πόλεμο όπου, για μια απόφαση της Wall Street έχασαν τη ζωή τους 85.000 ιθαγενείς (Παραγουανοί και Βολιβιανοί).

Κατόπιν η αμερικανοκίνητη δικτατορία του Alfredo Stroessner (1954 – 1989). Τότε που η πρωτεύουσα Asunción ήταν το κέντρο επιχειρήσεων της “Επιχείρησης Κόνδορας” της CIA (Operation Condor: Deciphering the U.S. Role - http://www.crimesofwar.org/special/condor.html). Η “Επιχείρηση Κόνδορας” της CIA, σύμφωνα με τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία των ίδιων των αμερικανών, είχε ως στόχο όλα τα λαϊκά κινήματα της Λατινικής Αμερικής, την επιβολή δικτατοριών και κατόπιν νεοφιλελεύθερων καθεστώτων.

Στη διάρκεια της δικτατορίας στην Παραγουάη δολοφονήθηκαν ή εξαφανίστηκαν 30.000 άνθρωποι, χιλιάδες βασανίστηκαν απάνθρωπα και το 1/3 των κατοίκων έγιναν πρόσφυγες στην Αργεντινή, όπου σήμερα αποτελούν το 18% της χώρας αυτής.

Τον πατέρα του προέδρου Fernando Lugo, συνέλαβαν 20 φορές, ο ίδιος και τρία αδέλφια του βασανίστηκαν απάνθρωπα, κι όταν έγινε ιερέας εκτοπίστηκε από την Παραγουάη με την κατηγορία των «ανατρεπτικών κηρυγμάτων». Ακόμη και σήμερα κατηγορείται ο Fernando Lugo ότι στη διάρκεια της εξορίας του συμμετείχε στο επαναστατικό κολομβιανό Κίνημα FARC (http://www.farcep.org/).

Με το τέλος της δικτατορίας, οι αμερικανοί παρέδωσαν την εξουσία στο κόμμα Partito Colorado, που ποτέ δεν έπαψε να λειτουργεί. Το κόμμα της ολιγαρχίας, που στο όνομα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ιδιοκτησίας, μέχρι σήμερα συνεχίζει μια χούφτα τσιφλικάδων να κατέχουν το 77% των εύφορων εδαφών της χώρας και 6 εκατομμύρια κατοίκων να ζουν στην εξαθλίωση, 600.000 υποσιτισμένα παιδιά…

Στο μεταξύ, ο ιερέας Fernando Lugo, τη δεκαετία του ’70, διαλέγει να στρατευτεί με τους φτωχούς και γίνεται επίσκοπος της San Pedro. Μια περιοχή όπου οι παραστρατιωτικές ομάδες των τσιφλικάδων καίνε αδιάκοπα της καλύβες των ακτημόνων χωρικών και δολοφονούν όσους σηκώνουν κεφάλι. Τελευταία, μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001, 4.000 εξαθλιωμένοι χωρικοί της περιοχής του θεωρήθηκαν «τρομοκράτες» επικίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια των ΗΠΑ και καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Ο επίσκοπος Fernado Lugo δέχεται σκληρή κριτική από τον νέο γερμανό πάπα Joseph Ratzinger, αλλά σήμερα είναι εκλεγμένος πρόεδρος της χώρας του.

Ήδη άρχισαν να φθάνουν στην Παραγουάη γιατροί από την Κούβα, για να προσφέρουν υπηρεσίες υγείας σε έναν λαό που δεν είχε καμία πρόσβαση σε περίθαλψη. Τα πρώτα μηνύματα από τον Lula (Βραζιλία) και την Cristina (Αργεντινή) είναι ενθαρρυντικά για τον Fernado Lugo. Ίσως η Παραγουάη εισέλθει ξανά στην ιστορία και ζωντανέψει το όνειρο της Πατρίδας, της μεγάλης Λατινικής Αμερικής.

Παρ΄ όλα αυτά, η εκλογή του Fernando Lugo επιτρέπει σήμερα στο λαό της Παραγουάης να ονειρεύεται!

Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Fernando Lugo κατηγορήθηκε για τρομοκράτης, για όργανο του Fidel Castro και του Hugo Chávez. Όμως, ο επίσκοπος κέρδισε την εμπιστοσύνη του λαού, αλλά η χώρα εισήλθε στον “άξονα του κακού” για τη δύση και τις ΗΠΑ.

Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Παραγουάη οδηγεί σε συλλογισμούς, παρατηρήσεις και συμπεράσματα:

1. Η “Θεολογία της Απελευθέρωσης”, που εγκαινιάστηκε με την Επισκοπική Σύνοδο της Λατινικής Αμερικής CELAM, το 1968 στην Κολομβία και με τους δεκάδες αγωνιστές επισκόπους που δολοφονήθηκαν από τα Λατινοαμερικανικά καθεστώτα, δεν έγινε κατορθωτό ν’ ανατραπεί από την σκληρή πολιτική του πολωνού πάπα Βοϊτίλα. Στη Λατινική Αμμερική η καθολική εκκλησία είναι ταυτισμένη με τους λαϊκούς αγώνες για δημοκρατία, εναντίον της φτώχειας, της εξαθλίωσης, του υποσιτισμού.

2. Φαίνεται πως ο «άνεμος του Νότου» δεν μπορεί να αναχαιτιστεί. Σήμερα στη Λατινική Αμερική ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός χάνει συνεχώς έδαφος απέναντι σε ηγέτες που πρεσβεύουν την κοινωνική δικαιοσύνη. Ο μόνος ισχυρός σύμμαχος των ΗΠΑ είναι η Κολομβία με τα καρτελ των ναρκωτικών και μια ομιχλώδης κατάσταση στο Περού και τη Χιλή.

3. Ο Fernando Lugo εκλέχθηκε πρόεδρος, αλλά ο κρατικός μηχανισμός θα συνεχίσει για πάρα πολύ χρόνο να βρίσκεται στα χέρια του κόμματος-κράτους (Partito Colorado). Συνεπώς, ο πρώην επίσκοπος θα βρεθεί σε σύντομα σε δύσκολη θέση - χωρίς ανοχή - απέναντι στα οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα και με τον έλεγχο του κράτους από την ολιγαρχία.

4. Ο νέος πρόεδρος, για να εκφράσει μια ελάχιστη κοινωνική πολιτική, έχει ν’ αντιμετωπίσει τις λεόντειες-αποικιοκρατικές συμφωνίες που έχουν συνάψει τα δικτατορικά καθεστώτα της χώρας την τελευταία 50ετία αναφορικά με τα 3 τεράστια υδατο-φράγματα (Itaipù και Yaciretá). Η αδυναμία αλλαγής των συμβάσεων και ελέγχου των φραγμάτων, δεν θα του επιτρέψουν να ξεκινήσει αλλαγές που θα μεταβάλουν τις σημερινές σχέσεις παραγωγής, δίνοντας ελπίδες στους φτωχούς αγρότες.

5. Επίσης, υπό τον έλεγχο των πολυεθνικών βρίσκονται οι ενεργειακοί πόροι της χώρας (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, νερό, χαλκός), ο «πλούτος του έθνους» και είναι το κλειδί για μια δίκαιη και ισορροπημένη ανάπτυξη. Οι ΗΠΑ θα «επιτρέψουν» στον πρώην επίσκοπο να ασκήσει εθνική πολιτική στην περιουσία και τον πλούτο του λαού του;