Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λατινική αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λατινική αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

Μάχη για τη γη στη Γουατεμάλα

La Florida - Μια ιστορία μεταξύ καφέων και ονείρων που συναντά την πραγματικότητα στη Γουατεμάλα

του Johan Högberg

17 Ιουλίου 2007


Το αγρόκτημα La Florida βρίσκεται λιγότερο από μία ώρα μακριά από την πόλη Κολόμπα της περιφέρειας Κουεντζαλντένανγκο της δυτικής Γουατεμάλας. Στην μέση μεταξύ βουνού και θάλασσας, οι πλαγιές και το εύκρατο κλίμα της περιοχής προσφέρουν εξαιρετικές προϋποθέσεις για καλλιέργεια καφέ και αυτό δεν είναι μυστικό. Η Κολόμπα στεγάζει εκατοντάδες φυτείες καφέ. Από όλες τις κατευθύνσεις ξεπροβάλλουν καφέες με τα γυαλιστερά πράσινα φύλλα τους σε διατεταγμένη σειρά. Το La Florida είναι μία μεταξύ πολλών, αλλά ενώ οι περισσότερες από τις φανταχτερές φυτείες χαρακτηρίζονται από συγκεντρωτική ιδιοκτησία, το La Florida διοικείται από τους ίδιους τους αγρότες. Ο δρόμος για να επιτευχθεί αυτό δεν ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα, παρά προηγήθηκε σκληρός αγώνας. Ο Johan Högberg, παρατηρητής για την ειρήνη για λογαριασμό του χριστιανικού ειρηνιστικού κινήματος, κάνει αναδρομή στο παρελθόν και ξετυλίγει το νήμα.

Η ιστορία του κοινωνικοποιημένου αγροκτήματος La Florida ξεκινά ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 80. Η Γουατεμάλα βρίσκεται εν μέσω ενός σκληρού εμφυλίου πολέμου και η κατάσταση για τους μικρούς αγρότες χαρακτηρίζεται από καταπίεση και αντιξοότητες. Οι εργασιακές σχέσεις στις μεγάλες ιδιωτικές φυτείες καφέ είναι σκληρές με χαμηλούς ή συνήθως ανύπαρκτους μισθούς. Οι εργάτες που προσπαθούν να οργανωθούν μπαίνουν στη μαύρη λίστα και κατηγορούνται για συνεργασία με ομάδες ανταρτών, ένα θανάσιμο αδίκημα για την εποχή αυτή.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες όμως ξεπηδά η οργάνωση εργατών γης SCIDECO (Ένωση για την Ανάπτυξη της Κολόμπας), η πρώτη προσπάθεια να συσπειρώσει τους μικρούς αγρότες σε συλλογικό αγώνα για κοινωνικοποίηση της γης. Δεν είναι καθόλου εύκολη αυτή η αποστολή που έχει αναλάβει η οργάνωση και τα χρόνια περνούν χωρίς η δουλειά να αποδίδει καρπούς. Η ειρηνευτική συμφωνία έληξε το 1996 με ωραίες υποσχέσεις για εστίαση σε ανθρώπινα δικαιώματα και την κατάσταση του ντόπιου πληθυσμού αλλά λίγα από τα λόγια αυτά έγιναν πράξη. Η SCIDECO θεωρεί ότι είναι αναγκαίες περισσότερο δραστικές μέθοδοι ώστε να δημιουργηθεί πολιτικό κίνημα.

Το αντικείμενο της νέας στρατηγικής της οργάνωσης γίνεται το αγρόκτημα La Florida, μια φυτεία καφέ που, ύστερα από την κρίση του καφέ που γονάτισε τους ιδιοκτήτες του, δόθηκε στην τράπεζα και έμεινε αχρησιμοποίητο για εφτά χρόνια. Η SCIDECO πραγματοποιεί κατάληψη του αγροκτήματος και είκοσι οικογένειες εγκαθίστανται σε αυτό.

Αυτή την εποχή η οργάνωση δυναμώνει με νέα μέλη. Αυτά προέρχονται από μια περιοχή στη γειτονική περιφέρεια του San Marcos όπου οι εργασιακές σχέσεις έχουν χειροτερέψει ακόμα περισσότερο λόγω του εντεινόμενου κινδύνου κατολισθήσεων. Με μια αύξηση στον αριθμό των μελών του, η SCIDECO ελπίζει ότι θα μπορούσε να βελτιώσει την θέση του στις διαπραγματεύσεις για τη γη. Μια συνεργασία ξεκινά με σκοπό να ευνοηθούν και οι δύο πλευρές. Την εποχή που η διαμάχη για τη αγορά εξελίσσεται, οι οικογένειες από το San Marcos συνεχίζουν να υποστηρίζουν τους καταληψίες, που ζουν κάτω από δύσκολες συνθήκες, με φαγητό και επιπλέον εργασία.

Ύστερα από δυο γεμάτα χρόνια αγώνα στο αγρόκτημα και διαρκείς γύρους στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων η SCIDECO πέτυχε τελικά λίγα πράγματα μέσω μια συμφωνίας με την κυβέρνηση και την τράπεζα που έχει το La Florida στην ιδιοκτησία της. Τον Απρίλιο του 2005 η SCIDECO αγοράζει το La Florida με τη βοήθεια ενός κρατικού δανείου 6 εκατομμυρίων κορόνων (660 χιλιάδες ευρώ), ένα σημαντικό ποσό για μια αγροτική ένωση στη Γουατεμάλα. Η κυβέρνηση εκφράζει την υποστήριξή της για το σχέδιο, υπόσχεται μέτρα για να βελτιώσει τη δημόσια υγεία και τις δυνατότητες εκπαίδευσης για τους νέους ιδιοκτήτες της γης. Ο Virgilio Pérez, ηγέτης της SCIDECO, υπογραμμίζει ότι η αγορά δεν είναι ο τελικός σκοπός παρά μάλλον το εναρκτήριο λάκτισμα στο δρόμο της ανάπτυξης. Τώρα είναι που ξεκινά.

Το La Florida γίνεται σύντομα τόπος προορισμού και οι άποικοι φτάνουν γρήγορα τις ενενήντα οικογένειες. Σε κάθε μία από αυτές παραχωρείται μισό εκτάριο γης για ιδία χρήση, γη που πολλοί αφιερώνουν στην καλλιέργεια καλαμποκιού, φασολιών καθώς και στην εγκατάσταση μεμονωμένων μπανανιών και άλλα οπωροφόρων δέντρων. Το μεγαλύτερο μέρος της γης λειτουργεί όμως υπό συλλογική εργασία∙ εκεί ο οργανικός καφές θα αποτελέσει τη βασικότερη σοδειά και πηγή εισοδήματος.

Η φυτεία εκκαθαρίζεται με σκοπό την καλλιέργεια παλιών και νέων φυτών, αποφασίζεται το συλλογικό ωράριο υπό το οποίο κάθε μέλος οφείλει να εργαστεί. Η αισιοδοξία είναι μεγάλη. «Το ιστορικό αυτό συμβάν δείχνει ότι θα λύσουμε τα προβλήματα στη Γουατεμάλα μέσω ενός ξεκάθαρου και σαφή διαλόγου» λέει ο Juan Tuyuc, αντιπρόσωπος του αγροτικού συνασπισμού Plataforma Agraria.

Τώρα όμως, δύο χρόνια μετά την αγορά, η μελωδία έχει αποκτήσει ένα βαρύ τόνο. Φαίνεται ότι μια δυσοίωνη διαμάχη έχει φουντώσει όπου μια μεγάλη ομάδα, πρώην μέλη από το San Marcos, αποχώρησαν από τη SCIDECO για να σχηματίσουν μια ξεχωριστή οργάνωση, την ACAFLOR (Ένωση Comunitaria Agraria La Florida). Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η κατανομή της γης μεταξύ των οικογενειών-μελών. Ενώ τα μέλη της SCIDECO θέλουν να τη διοικήσουν συλλογικά, η ACAFLOR θέλει να την κατανείμει ατομικά στα μέλη.

«Όταν αγοράσαμε τη γη υπήρχε συμφωνία ότι θα καλλιεργούνταν συλλογικά μέσω της SCIDECO αλλά η άλλη ομάδα το αρνήθηκε» λέει η Rosaura Perez από τη SCIDECO. «Έχουμε λοιπόν, ένα δάνειο που πρέπει να πληρώσουμε αλλά δεν θέλουν πια να το παραδεχτούν. Αρνούνται να συνεργαστούν και μας δημιουργούν μεγάλα προβλήματα. Σε εμάς που αγωνιστήκαμε τόσο σκληρά για αυτήν εδώ τη γη». Περιγράφει πώς η ACAFLOR έχει ιδιοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της φυτείας καφέ της κοινότητας και ακόμα έχει χρησιμοποιήσει μεθόδους καταστολής στην περιοχή. «Αυτό μας καθυστερεί πολλά χρόνια μέχρι να καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε οικολογική καλλιέργεια ξανά», αναστενάζει.

Ο Faustino Pérez από την ACAFLOR ωστόσο, βλέπει τα πράγματα από άλλη σκοπιά. «Μας προσκάλεσαν στο La Frorida», μου εξηγεί. «Προκειμένου η κυβέρνηση να πραγματοποιήσει την αγορά απαιτούνταν 231 οικογένειες στην οργάνωση και αυτό ήταν μακράν περισσότερο από τον αριθμό μελών που η SCIDECO μπορούσε να εξασφαλίσει. Εμείς στο San Marcos βρισκόμασταν σε κατάσταση ανάγκης και είδαμε το La Florida σαν ελπιδοφόρο διέξοδο. Προσχωρήσαμε στην οργάνωση και συνεισφέραμε στη στήριξη των οικογενειών που κατοικούσαν εδώ στην κατειλημμένη γη».

Γιατί όμως τώρα αυτή η ασυμφωνία; Τα έγγραφα της αγοράς επισημαίνουν σαφώς ότι το La Florida ανήκει στη SCIDECO και όχι σε μεμονωμένα μέλη. Η οργάνωση έχει ακόμα ένα χρέος ως αποτέλεσμα της αγοράς.

«Έχουμε επίγνωση αυτής της κατάστασης καθώς και ότι έχουμε ένα χρέος να πληρώσουμε», λέει ο Faustino. «Γι’ αυτό έχουμε προτείνει να μοιραστεί η γη μεταξύ της ACAFLOR και της SCIDECO ώστε να μπορούμε να την καλλιεργήσουμε με τον τρόπο που μας βολεύει καλύτερα. Όσο εργαζόμασταν για την κολεκτίβα είχαμε μικρές δυνατότητες να καλλιεργήσουμε τη γη για ιδίαν χρήση. Δεν είχαμε κανένα δικό μας εισόδημα, καθόλου πόρους για να αγοράσουμε φαγητό και πολλοί αρρώστησαν. Προσπαθήσαμε να προωθήσουμε μια πρόταση όπου η εργασία θα συντελούνταν περισσότερο ατομικά και λιγότερο για την κολεκτίβα αλλά η SCIDECO δεν δέχτηκε. Όταν αργότερα ανακαλύψαμε ότι μόλις και μετά βίας υπήρχαν κάποια λεφτά στο λογαριασμό του συνεταιρισμού, χάσαμε την υπομονή μας. Για τι πράγμα είχαμε τότε δουλέψει; Ήμασταν απλούστατα αναγκασμένοι να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας, να ιδιοποιηθούμε ένα κομμάτι της φυτείας καφέ».

Η SCIDECO κατηγορείται για υπεξαίρεση χρημάτων και διακρίσεις εις βάρος ανθρώπων από το San Marcos, αλλά δείχνει από την πλευρά της τη συμφωνία στο συμβόλαιο αγοράς και τηρεί πιστά την κολεκτιβιστική ιδέα. Η διαμάχη παίρνει σύντομα διαστάσεις και κατά το τέλος του Ιουλίου 2006, περίπου ένα χρόνο μετά την αγορά, τα μέλη της που προέρχονταν από την κοινότητα του San Marcos εγκαταλείπουν τη διοίκηση του συνεταιρισμού και σχηματίζουν την ACAFLOR. Επιπλέον, λίγο αργότερα παίρνουν τα παιδιά τους από το κοινό σχολείο. Ένας κύκλος από διαπραγματεύσεις και λοιδορίες αρχίζει μεταξύ από των δύο ομάδων. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη και τόσο απειλές όσο και βία εμφανίζονται στο προσκήνιο.

Το Υπουργείο Εσωτερικών της Γουατεμάλας πραγματοποιεί μια επίσκεψη στη La Florida το Δεκέμβριο του 2006 και διαπιστώνει ότι από τις 231 οικογένειες που σύμφωνα με τα έγγραφα αγοράς όφειλαν να βρίσκονται στο μέρος αυτό, δεν βρίσκονταν ούτε οι μισές. 26 οικογένειες υποστηρίζουν τη SCIDECO ενώ 61 οικογένειες είναι με την αντιπολίτευση. Δώδεκα οικογένειες ζουν στην περιοχή αλλά δεν βρίσκονται στην αρχική λίστα των ονομάτων, πέντε συμπαρατάσσονται με τη SCIDECO και εφτά με την ACAFLOR. Άρα λοιπόν, που αρχίζει πραγματικά το δίκαιο και το άδικο σε αυτό εδώ το κουβάρι;

Οι άνθρωποι στη La Florida έχουν ένα προνόμιο ότι έχουν γη στο όνομά τους αλλά μπορούν πράγματι να ισχυριστούν ότι την κατέχουν; Πρώτα και κύρια ελλοχεύει ένα μεγάλο τραπεζικό δάνειο στο παρασκήνιο. Πώς θα μπορούσε να αποπληρωθεί; Με τι έσοδα; Οι τιμές του καφέ είναι χαμηλές, η υποστήριξη από την πλευρά του κράτους ανεπαρκής. Οι υποσχέσεις που η κυβέρνηση έδωσε σχετικά με την αγορά γης δεν έχουν εκπληρωθεί, στην περιοχή δεν υπάρχει προσωπικό για παροχή υπηρεσιών υγείας και τα σχολεία συντηρούνται χωρίς κρατική βοήθεια.

Είναι λογικό να αναμένουμε ότι οι αγρότες στη La Florida, εκ των οποίων οι περισσότεροι ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας, θα αρκεστούν με τη μικρή εν ίδει βοηθείας στήριξη που έχουν πάρει και τώρα έχουν αφεθεί στη μοίρα τους;

Η διαμάχη για τη γη δεν είναι κάτι που προέκυψε χτες στη Γουατεμάλα. Είναι μια άδικη διανομή που μετρά αιώνες στο χρόνο, μια δομική καταπίεση που δεν εξαφανίζεται με μια χειραψία ή με μια εμπορική συναλλαγή, η οποία το ίδιο εύκολα θα μπορούσε να είναι απλά ένα πυροτέχνημα δήθεν καλής θέλησης από την πλευρά της κυβέρνησης. Η κοινωνία γεννά το λαό και η La Florida δεν είναι μια όαση σε μια ασταθή και απελπισμένη Γουατεμάλα, είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια φτωχή γη και με μικρά περιθώρια να επιζήσει και να εξαπλώσει τους σπόρους του.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

Ντοκουμέντα για την Κολομβία...




Με αφορμή την ανακοίνωση του θανάτου του αρχηγού και ιδρυτή του FARC Manuel Marulanda πριν λίγες μέρες, και με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 44 χρόνων από την ίδρυση του FARC (26 Μάη 1964 - 26 Μάη 2008) δημοσιεύουμε ένα κείμενο, που αν και από σοσιαλδημοκρατική κριτική ματιά, παραμένει πολύ ενδιαφέρον.

Άντε να γνωριζόμαστε σιγά σιγά και με αυτό το αντάρτικο κίνημα, που πολλοί από μας συνεχίζουμε προκλητικά να αγνοούμε την ύπαρξη του, η εστερνιζόμενοι πλήρως την Δυτική προπαγάνδα, το απορρίπτουμε θεωρώντας το ναρκω-αντάρτικο...


ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΟΜΒΙΑ


(Ελευθεροτυπία, 2/6/2002)

Ο μύθος του ναρκω-αντάρτικου

Ενώ η ανθρωπότητα έχει το βλέμμα της στραμμένο προς την επικείμενη αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, το δεύτερο μέτωπο του δεκαετούς πολέμου της κυβέρνησης Μπους κατά της «τρομοκρατίας» έχει ήδη ανοίξει, πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Αναφερόμαστε στην Κολομβία, τέταρτη σε μέγεθος χώρα της Λατινικής Αμερικής και θέατρο εδώ και δεκαετίες μιας αιματηρής αναμέτρησης ανάμεσα στο καθεστώς και την ένοπλη αριστερά.

Η επέμβαση των ΗΠΑ στη σύρραξη αυτή χρονολογείται, βέβαια, πολύ πριν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στη Ν. Υόρκη.

Ξεκίνησε με την προώθηση των γνώριμων «αντιανατρεπτικών» στρατηγικών στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, για να μετεξελιχθεί μετά το 1989 σε «εκστρατεία κατά των ναρκωτικών».

Καθοριστική τομή σε αυτή την τελευταία κίνηση υπήρξε η υπογραφή στις 21 Αυγούστου 1989 από την κυβέρνηση Μπους της «Οδηγίας Εθνικής Ασφαλείας υπ' αριθμόν 18» περί «διεθνούς αντιναρκωτικής στρατηγικής». Κύριο αντικείμενο της τελευταίας ήταν η παροχή εκτεταμένης στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς τις κυβερνήσεις της Κολομβίας (και, δευτερευόντως, του Περού και της Βολιβίας), έτσι ώστε «να ανακτήσουν τον έλεγχο των χωρών τους από έναν επίβουλο συνδυασμό ανταρτών και εμπόρων ναρκωτικών».

Με δεδομένη την ευφορία των ημερών (εποχή αμερικανοσοβιετικής συνεννόησης), η εκλαΐκευση αυτής της γραμμής από τα δυτικά ΜΜΕ προτίμησε να εστιάσει την προσοχή της στο δεύτερο σκέλος (τους μεγαλεμπόρους ναρκωτικών) και να αφήσει στη σκιά το ζήτημα της καταστολής της αριστεράς.

Η επιλεκτικότητα αυτή θα υιοθετηθεί πανηγυρικά τα επόμενα χρόνια από την κυβέρνηση Κλίντον. Μεταξύ 1993 και 2000 η ετήσια αμερικανική βοήθεια προς την κυβέρνηση της Μπογκοτά αυξάνεται κατακόρυφα, επισήμως όμως προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για την καταστολή των ναρκωτικών.

Εντελώς διαφορετική εικόνα προκύπτει από τη μελέτη μιας πλειάδας εγγράφων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, της CIA, της DIA και της DEA, τα οποία καλύπτουν όλη την περίοδο 1988-2000 και δόθηκαν στη δημοσιότητα στις αρχές Μαΐου από τη μη κυβερνητική οργάνωση National Security Archive. Μολονότι πολλά από αυτά είναι αγρίως λογοκριμένα για «λόγους εθνικής ασφαλείας», αποδεικνύουν και με το παραπάνω ότι η «αντιναρκωτική» προσπάθεια της Ουάσιγκτον υπήρξε σαφώς δευτερεύουσα σε σχέση με τη συμβολή της στην εκστρατεία κατά της απειλούμενης κοινωνικής ανατροπής.

Δικαιολογητική βάση αυτής της αντίφασης αποτέλεσε το θεώρημα του «ναρκω-αντάρτικου».
Ο ισχυρισμός, δηλαδή, ότι υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα στους κομμουνιστές αντάρτες των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (FARC) και του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (ELN) αφενός, και τους «βαρόνους» των ναρκωτικών από την άλλη. Σύμφωνα λ.χ. με το Λατινοαμερικανικό Γραφείο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (28.3.2000), οι FARC είναι «οι σημαντικότεροι προστάτες της παραγωγής και διακίνησης ναρκωτικών» στο δυτικό ημισφαίριο.

Πενήντα χρόνια αντάρτικο

Περιττό να πούμε πως αυτή η προπαγανδιστική εικόνα καθόλου δεν επιβεβαιώνεται από τα υπηρεσιακά έγγραφα που αναφέρουμε παραπάνω. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Κατ' αρχήν, η σύγκρουση ανάμεσα στο καθεστώς και την αριστερά είναι μια υπόθεση πολύ παλιότερη από τη (σχετικά πρόσφατη) μετατροπή της Κολομβίας σε κέντρο παραγωγής και διεθνούς διακίνησης ναρκωτικών.

Η υλική βάση αυτής της σύγκρουσης πρέπει να αναζητηθεί στην απίστευτη -ακόμη και για τα λατινοαμερικανικά δεδομένα- και διαρκώς αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα που συναντάμε σ' αυτή τη χώρα. Το 1999, το πλουσιότερο 25% των Κολομβιανών είχε εισόδημα 80 φορές μεγαλύτερο απ' ό,τι το φτωχότερο 25%. Ακόμα πιο ακραία είναι η κατάσταση στην ύπαιθρο: το 0,2% των γαιοκτημόνων κατέχει το 45% της γης, ενώ 13 εκατομμύρια αγρότες ζουν επίσημα κάτω από το όριο της φτώχειας. Καθόλου συμπτωματικά, η εφαρμογή μιας ριζοσπαστικής αγροτικής μεταρρύθμισης αποτελεί το σημαντικότερο (και διαχρονικό) αίτημα των ανταρτών.

*Σημείο εκκίνησης του αντάρτικου θεωρείται το ξέσπασμα, τον Απρίλιο του 1948, ενός πολύνεκρου εμφυλίου ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας - τους Φιλελεύθερους (που υποστηρίζονταν από το εργατικό κι αγροτικό κίνημα) και τους συντηρητικούς (που προσπαθούσαν να το ανασχέσουν).

*Η σύγκρουση αυτή είχε αποτέλεσμα 300.000 νεκρούς κι έληξε το 1957, με τη θέσπιση ενός «Εθνικού Μετώπου» ανάμεσα στα δύο κόμματα, για την εκ περιτροπής εναλλαγή τους στην προεδρία και τη μεταξύ τους διανομή όλων των κρατικών αξιωμάτων -συμφωνία που διατηρήθηκε σε ισχύ έως τα τέλη της δεκαετίας του '70.

*Κατ' εξοχήν θύματα της βίας και τελικοί χαμένοι του παιχνιδιού, οι εξεγερμένοι αγρότες της ενδοχώρας, συγκρότησαν, κάτω από την καθοδήγηση του Κ.Κ. Κολομβίας, εκτεταμένες «ζώνες αυτοάμυνας» και τις ανακήρυξαν σε «Ανεξάρτητες Δημοκρατίες».

*Με αμερικανική βοήθεια, ο στρατός τις ανακατέλαβε το 1964, απωθώντας τους αντάρτες -και χιλιάδες υποστηρικτές τους- στη ζούγκλα.

*Ο επόμενος γύρος άρχισε σχεδόν αμέσως, μέσα στο ευνοϊκό για τέτοια εγχειρήματα κλίμα της δεκαετίας του '60: Γκεβαρικοί φοιτητές και συνδικαλιστές δημιούργησαν το 1965 τον ELN. Την επόμενη χρονιά οι διάσπαρτες ανταρτοομάδες του ΚΚΚ συνενώθηκαν στις FARC, ενώ το 1968 μαοϊκοί διαφωνούντες ίδρυσαν τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (EPL). Μια τέταρτη οργάνωση, το Εθνικοαπελευθερωτικό Κίνημα της 19ης Απριλίου (Μ-19), θα προκύψει ύστερα από την εκτεταμένη νοθεία σε βάρος των αντιπάλων του Εθνικού Μετώπου κατά τις προεδρικές εκλογές του 1970.

*Στις αρχές της δεκαετίας του '80, ο συνολικός αριθμός των ανταρτών έφτανε τις 15.000 και η κυβέρνηση Μπετανκούρ αποφάσισε, παρά τη διαφωνία της Ουάσιγκτον και τις υπόγειες αντιδράσεις του στρατού, να διαπραγματευθεί μαζί τους.

*Το αποτέλεσμα μιας δεκαετίας ζυμώσεων -με αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις, διαδοχικές εκεχειρίες και βραχύβιες συμφωνίες- υπήρξε σε μεγάλο βαθμό απογοητευτικό. Το 1989-94, ορισμένες από τις αντάρτικες οργανώσεις (Μ-19, EPL κι η μειοψηφία του ELN) κατέθεσαν τα όπλα για να ενταχθούν, με καταστροφικά αποτελέσματα, στο πολιτικό παιχνίδι.

*Πολύ πιο τραγική υπήρξε η απόπειρα των FARC να «δοκιμάσουν τα νερά», υπογράφοντας το 1984 μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός και παροτρύνοντας τη μαζική τους βάση να συγκροτήσει το νόμιμο πολιτικό κόμμα Πατριωτική Ενωση (U.P.). Μέσα σε μια τετραετία (1986-'90), περισσότερα από 3.000 μέλη και στελέχη της U.P. -μεταξύ των οποίων 2 υποψήφιοι για την προεδρία της χώρας, 4 μέλη του Κογκρέσου και το 30% των υποψήφιων δημάρχων του κόμματος- δολοφονήθηκαν από ακροδεξιές παρακρατικές οργανώσεις. Προς μεγάλη προφανώς ικανοποίηση της αμερικανικής πρεσβείας, που στις 22.2.1988 εκτιμούσε ότι η διαφαινόμενη «εντυπωσιακή επιτυχία» της U.P. στις δημοτικές εκλογές «θα νομιμοποιήσει de facto τον έλεγχο των ανταρτών πάνω σε μεγάλα τμήματα της παραμεθορίου περιοχής» κι εξέφραζε την ανησυχία της για το ότι «αφ' ής στιγμής αρχίσει, αυτή η διαδικασία θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιστραφεί».

Το ίδιο ακριβώς μοντέλο έμελλε να εφαρμοστεί και κατά τη διάρκεια των πρόσφατων διαπραγματεύσεων, από το καλοκαίρι του 1998 και μετά.

*Ενώ η συντηρητική κυβέρνηση του Αντρές Παστράνα δέχθηκε να παραχωρήσει στις FARC μια «αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη» 42.000 τετρ. χιλιομέτρων στην αραιοκατοικημένη ενδοχώρα, ως πρώτο βήμα για την διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου «κοινωνικού συμβολαίου» που θα έθετε τέρμα στον εμφύλιο πόλεμο, στρατός και παρακράτος υπονόμευσαν με κάθε μέσο αυτή τη διαδικασία.

*Ακόμη πιο θλιβερή υπήρξε η κατάληξη της απόπειρας του Παστράνα για μια ανάλογη συνεννόηση με τον ELN, την άνοιξη του 2000: αμέσως μετά την κάθοδό τους στην υπό διαμόρφωση «αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη», οι αντάρτες δέχθηκαν τη συντονισμένη επίθεση στρατού και παρακρατικών, με αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες και τη μαζική εξολόθρευση των άοπλων οπαδών τους.

Καθοριστική γι' αυτές τις εξελίξεις υπήρξε, άλλωστε, η αυξανόμενη στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ με πρόσχημα την «αντιναρκωτική» εκστρατεία. Με δεδομένη την αντίθεση του στρατού σε μια ειρηνευτική προσπάθεια που μοιραία θα τον έθετε στο περιθώριο της δημόσιας ζωής, ο πλουσιοπάροχος εφοδιασμός του με κάθε είδους όπλα και πολεμοφόδια υπονόμευσε αντικειμενικά κάθε διαπραγμάτευση.

Υπήρξαν όμως και «υποκειμενικές» ενθαρρύνσεις προς αυτή την κατεύθυνση, όπως αποκαλύπτουν τα έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Επισκεπτόμενος λ.χ. επίσημα την Κολομβία το Μάϊο του 1997, ο πρόεδρος της υποεπιτροπής Εθνικής Ασφαλείας της αμερικανικής Βουλής Ντένις Χάστερτ, κατήγγειλε δημόσια το «αριστεροκρατούμενο Κογκρέσο» που «χρησιμοποιεί τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πρόσχημα, για να βοηθήσει την αριστερά σε διάφορες χώρες», και ενθάρρυνε ανοιχτά την ηγεσία του στρατού να παρακάμψει τους όποιους τυπικούς περιορισμούς όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των αμερικανικών όπλων.

Αντάρτες και ναρκωτικά

Πόσο ευσταθούν, όμως, οι κατηγορίες για διαπλοκή των ανταρτών με την παραγωγή και διακίνηση των ναρκωτικών; Η καλλιέργεια της κόκας σε πολλές από τις ζώνες που ελέγχουν οι αντάρτες είναι γεγονός, όπως και η συνύπαρξη των επαναστατών με τους μικροκαλλιεργητές που προμηθεύουν την πρώτη ύλη στα καρτέλ της μαφίας.

Επίσημη θέση τόσο των FARC όσο και του ELN είναι ότι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το όλο κύκλωμα και ότι, απλώς, δεν έχουν καμιά διάθεση να υποκαταστήσουν το κράτος, στρεφόμενοι εναντίον του πιο αδύναμου κρίκου της αλυσίδας - των μικροκαλλιεργητών που στράφηκαν στην κόκα επειδή η απουσία οποιουδήποτε κρατικού προστατευτισμού έχει καταστήσει οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια μη βιώσιμη.

Ανεξάρτητες πηγές (σσεπισημαίνουν ωστόσο ότι αυτή η πολιτική ανοχής συνοδεύεται από την επιβολή από μέρους των ανταρτών ενός ειδικού «φόρου» (gramaje) επί του προϊόντος, ανάλογου με τις άλλες μορφές «επαναστατικής φορολογίας» που επιτρέπουν τη συντήρηση των ένοπλων οργανώσεων.

Σε μεγάλο βαθμό, η τελευταία αυτή εικόνα προκύπτει και από τις εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών που έχουμε στη διάθεσή μας.

*Τόσο η CIA όσο και η -κατεξοχήν αρμόδια- Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (DEA) φαίνονται να διατηρούν σαφείς επιφυλάξεις απέναντι στις προπαγανδιστικές γενικεύσεις περί «ναρκω-αντάρτικου»:

«Οι σχέσεις μεταξύ των λαθρεμπόρων και των ανταρτών χαρακτηρίζονται από συνεργασία αλλά και από τριβές», υποστηρίζει λ.χ. μια -αγρίως λογοκριμένη- έκθεση της CIA (29.7.1992). «Μολονότι οι λαθρέμποροι κατά καιρούς ωφελούνται από την προστασία των ανταρτών, απεχθάνονται τους αντάρτες και κάποιες φορές έχουν χρησιμοποιήσει βία για να αντισταθούν στις καταχρήσεις τους. [...] »Εκτός από τις απώλειες που υφίστανται μέσω της υποχρεωτικής καταβολής "επαναστατικών φόρων", ορισμένοι λαθρέμποροι έχουν δει τις πάλαι ποτέ ανθούσες επιχειρήσεις τους να αποδιοργανώνονται, τις προσπάθειές τους να αναπτύξουν μηχανισμούς επεξεργασίας και διακίνησης να παρενοχλούνται, και τον έλεγχό τους πάνω στις τιμές της κόκας να απειλείται. Στην πραγματικότητα, πολλοί λαθρέμποροι θα καλωσόριζαν, ακόμη και θα βοηθούσαν, την κλιμάκωση των κυβερνητικών επιχειρήσεων εναντίον των ανταρτών».

*Ακόμα πιο κατηγορηματική είναι η DEA, σε πολυσέλιδη έκθεσή της τον Ιούνιο του 1994: «Οι κολομβιανές αντάρτικες οργανώσεις παραδοσιακά υποστήριζαν τις δραστηριότητές τους με εκβιαστική απόσπαση χρημάτων και απαγωγές μεγαλοκτηματιών και άλλων πλουσίων ατόμων. Εδώ και πολλά χρόνια στοιχεία των FARC και του ELN αποσπούν "επαναστατικούς φόρους" από εμπόρους ναρκωτικών που δρουν στις περιοχές τους. Η κύρια πηγή εισοδήματος των ανταρτών, ωστόσο, εξακολουθεί να προέρχεται από εκβιασμούς κι απαγωγές που δεν σχετίζονται με τα ναρκωτικά. [...] Δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι η εθνική ηγεσία είτε των FARC είτε του ELN έχει δώσει εντολή για ενασχόληση των αντίστοιχων οργανώσεων με παραγωγή ή διακίνηση ναρκωτικών. Επιπλέον, ούτε οι FARC ούτε ο ELN έχει ακουστεί ότι αναμείχθηκαν στη μεταφορά, διακίνηση ή πώληση παράνομων ναρκωτικών ουσιών στις ΗΠΑ ή την Ευρώπη».

*Σαφέστατη είναι τέλος η ίδια έκθεση όσον αφορά τη στρατηγική διαφορά ανάμεσα στο αντάρτικο και τη μαφία: «Οι αντάρτες της Κολομβίας και οι έμποροι ναρκωτικών δεν έχουν τους ίδιους στόχους. Οι FARC και ο ELN βρίσκονται σε ανοιχτή ανταρσία κατά της κολομβιανής κυβέρνησης και οι ενέργειές τους αποσκοπούν στην υπονόμεση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Οι κολομβιανοί έμποροι ναρκωτικών, αντίθετα, είναι πλούσιοι, βίαια επιθετικοί καπιταλιστές που θέλουν να εκμεταλλευτούν, κι όχι να καταστρέψουν, το πολιτικό σύστημα και την ελεύθερη αγορά της Κολομβίας».

Κατ' εξοχήν προϊόν αυτής της αντιπαλότητας, θα είναι η προσφορά της ναρκω-μαφίας προς το καθεστώς ενός εξαιρετικά αποτελεσματικού όπλου εναντίον της ανταρσίας: των ακροδεξιών, παρακρατικών «αποσπασμάτων θανάτου».

Μαφία και παρακράτος

Μολονότι οι απαρχές του θεσμού βρίσκονται στη δημιουργία «πολιτοφυλακών» -αντίστοιχων με τα δικά μας ΤΕΑ- ήδη από το 1968 η πρώτη αυτοτελής παρακρατική οργάνωση, με την ονομασία «Θάνατος στους Απαγωγείς» (MAS), ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1981 από τη μαφία της κοκαΐνης, ως απάντηση στην απαγωγή ενός μέλους της από τις FARC. Στην ίδια σύσκεψη, σύμφωνα με πηγές της DEA, μοιράστηκε και η πιάτσα ναρκωτικών των ΗΠΑ ανάμεσα στα καρτέλ του Μεντελίν και του Κάλι (Dale Scott & Marshall 1991, σ. 89 & 96).

Τους αμέσως επόμενους μήνες, στο MAS προσχώρησαν υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του στρατού, μεγαλοκτηνοτρόφοι του Πουέρτο Μπογιακά και οι αντιπρόσωποι της αμερικανικής εταιρείας Texas Petroleum Co. (Nazih Richani «The paramilitary connection», NACLA Report on the Americas, 9-10.2000, σ.38).

Η κλιμάκωση του εμφυλίου πολέμου αλλά και η ανάπτυξη των συνδικαλιστικών αγώνων στην ύπαιθρο και τις πόλεις οδήγησαν στον πολλαπλασιασμό αυτών των ομάδων.

Σύμφωνα με μεταγενέστερη έκθεση της CIA (13.6.1997), «οι σπόνσορες της παραστρατιωτικής δραστηριότητας περιλάμβαναν επιχειρηματίες όπως μεγαλοκτηνοτρόφους, ιδιοκτήτες φυτειών καφέ και ορυχείων σμαραγδιών» και, φυσικά, μεγαλεμπόρους ναρκωτικών. Εκτός από την προστασία των αφεντικών τους, οι εν λόγω συμμορίες αναλάμβαναν επίσης το ξεκαθάρισμα ενοχλητικών συνδικαλιστών, καθώς και «την εκτόπιση ιδιοκτητών και καταληψιών από τη γη τους», προκειμένου αυτή η τελευταία να περάσει στα χέρια των μαφιόζων.

-Παρά την τυπική απαγόρευσή τους από το ανώτατο δικαστήριο το 1989, οι παρακρατικοί σχηματισμοί παρέμειναν ενεργοί και το 1994 επανανομιμοποιήθηκαν από την κυβέρνηση του Ερνέστο Σαμπέρ, σαν «συνεταιρισμοί ασφαλείας» των κατοίκων της υπαίθρου.

-Το επόμενο βήμα σημειώθηκε τον Απρίλιο του 1997, με τη σύμπτυξη των συμμοριών σε μια «Ενωμένη Αυτάμυνα της Κολομβίας» (AUC), με επικεφαλής τον φυγόδικο Κάρλος Καστάνιο. Χάρη στην οφθαλμοφανή προβολή του από τα ΜΜΕ, αυτός θα αναδειχθεί τα επόμενα χρόνια σε πόλο συσπείρωσης της τρομοκρατημένης «μεσαίας τάξης».

-Μεταξύ 1997 και 2000, οι ένοπλοι παρακρατικοί αυξάνονται από 4.000 σε 8.000, αναπτύσσοντας τις δραστηριότητές τους στο 1/4 της κολομβιανής επικράτειας. Οι επίσημες στατιστικές τούς αποδίδουν το 75% των θυμάτων της πολιτικής βίας, που ανέρχονται σε 3.500 νεκρούς το χρόνο.

Στις συνεντεύξεις του, ο Καστάνιο δηλώνει επίσημα ότι βγάζει 2 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο από το εμπόριο των ναρκωτικών αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν έχει κανένα πρόβλημα με την αμερικανική εκστρατεία εναντίον τους («Washington Post» 12.3.2001)! Για του λόγου το αληθές, εύγλωττη υπήρξε η ανακάλυψη (10.8.97) τεσσάρων γιγάντιων εργοστασίων παραγωγής κοκαΐνης στη ζώνη ελέγχου της AUC.

Πρόκειται, αναμφίβολα, για την πιο κραυγαλέα πλευρά της γενικευμένης διαπλοκής του καθεστώτος με μια «εθνική» οικονομία βασισμένη όλο και περισσότερο στην παραγωγή και διακίνηση παράνομων ουσιών. Διαπλοκή που δεν αφήνει απ' έξω ούτε τους ίδιους τους «διωκτικούς» μηχανισμούς.

Η πιο τρανταχτή απόδειξη γι' αυτό προέκυψε τον Ιούνιο του 1999, όταν ένας ταχυδρομικός έλεγχος ρουτίνας αποκάλυψε ότι η Λόρι Χιτ, σύζυγος του επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στην Κολομβία συνταγματάρχη Τζέιμς Χιτ, είχε στείλει στις ΗΠΑ έξι πακέτα κοκαΐνης με παραλήπτη τον υπηρεσιακό σοφέρ του συζύγου της. Ο ίδιος ο επικεφαλής του «πολέμου κατά των ναρκωτικών» ομολόγησε ότι γνώριζε μεν πως η σύζυγός του έβγαζε από κάθε ταξίδι της στην Ουάσιγκτον 25.000 δολάρια, δεν ενδιαφέρθηκε όμως να μάθει το πώς!
Παρά τις εξαιρετικά επιβαρυντικές συνθήκες, οι δικαστές φάνηκαν άλλωστε τελικά απίστευτα επιεικείς: η μεν κυρία Χιτ καταδικάστηκε σε 5ετή κάθειρξη (5.5.2000), ο δε συνταγματάρχης στη γελοία ποινή της 5μηνης φυλάκισης (14.7.2000).

Αποτυχία και κλιμάκωση

Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που η όλη «αντιναρκωτική» εκστρατεία έχει καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία. Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις του αμερικανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, το 1989 η Κολομβία παρήγαγε μόλις το 10% της κόκας (κι επεξεργαζόταν το 80% της κοκαΐνης) που εισαγόταν στις ΗΠΑ. Το 2000, το ποσοστό της στην παραγωγή είχε φτάσει το 80%, ενώ η έκταση των καλλιεργειών αυξάνεται κάθε χρόνο κατά 20-30% -κι αυτό, παρά τους καταστροφικούς για τον άνθρωπο και το περιβάλλον αεροψεκασμούς με καρκινογόνες ουσίες και βιολογικά όπλα (βλ. αναλυτικά τον «Ιό» στις 24.9.2000).

Αυτός είναι κατά πάσα πιθανότητα και ο λόγος που η τωρινή κυβέρνηση Μπους αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση, παραμερίζοντας τους ισχυρισμούς των προκατόχων της και αναγνωρίζοντας την ανάμειξή της στον κολομβιανό εμφύλιο ως μέρος της διεθνούς «αντιτρομοκρατικής» εκστρατείας της. Γραμμή που ανταποκρίνεται βέβαια πλήρως στις αμφιλεγόμενες συμμαχίες της, δεν υπόσχεται όμως τίποτα το καλό για τους -άμεσα ενδιαφερόμενους- Κολομβιανούς...

Ο πρόεδρος του παρακράτους

Σύμφωνα με το προεκλογικό του σύνθημα, έχει «στιβαρό χέρι και μεγάλη καρδιά». Η πανηγυρική εκλογή του Αλβάρο Ουρίμπε στο πόστο του νέου προέδρου της Κολομβίας, με ένα εντυπωσιακό 53%, αποτελεί χωρίς αμφιβολία το σημείο τομής για την εξαπόλυση ενός ολοκληρωτικού πολέμου κατά της αριστεράς και κάθε άλλου αμφισβητία της (υπάρχουσας) έννομης τάξης.

Κουρασμένοι από μια τρίχρονη «ειρηνευτική διαδικασία», που απέτυχε παταγωδώς να σταματήσει την αιματοχυσία, οι ψηφοφόροι εξουσιοδότησαν τον υποψήφιο της παρακρατικής ακροδεξιάς να επιβάλει τη δική του «λύση». Θα πρέπει, βέβαια, να έχουμε υπόψη μας τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά αυτού του εκλογικού σώματος: στην Κολομβία η ψηφοφορία είναι προαιρετική και το ποσοστό συμμετοχής έφτασε μόλις το 46%. Ψήφισαν κυρίως οι κάτοικοι των πόλεων και των ελεγχόμενων από τους παρακρατικούς περιοχών της υπαίθρου.

Για την υποστήριξη αυτών των τελευταίων προς το νικητή των εκλογών δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Μπορεί η AUC να διακηρύσσει την ουδετερότητά της, ωστόσο τις δικές του συνεντεύξεις πρόβαλε στην ιστοσελίδα της. Επανειλημμένες υπήρξαν οι καταγγελίες για την πίεση που ασκούσε στους χωρικούς να ψηφίσουν «σωστά». Βασική προεκλογική υπόσχεση του Ουρίμπε υπήρξε, άλλωστε, η γενίκευση του θεσμού της «Αυτοάμυνας» σε ολόκληρη τη χώρα, με τον εξοπλισμό 1.000.000 «νομιμόφρονων πολιτών» κατά της αριστεράς.

*Η σχέση του νέου προέδρου με το παρακράτος χρονολογείται από παλιά. Το 1993 οργάνωσε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης 80.000 πολιτών στην «ειρηνική επίλυση συγκρούσεων», χρηματοδοτημένο από το πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Την επόμενη χρονιά, όλοι οι «εκπαιδευθέντες» προσλήφθηκαν στους παρακρατικούς σχηματισμούς του προγράμματος «Συμβίωση» (Convivir), για να συμμετάσχουν στην καταστολή των «ανατρεπτικών».

*Ακολούθησε η τρίχρονη θητεία του Ουρίμπε ως κυβερνήτη της Αντιοκία (1995-97) η οποία αναδείχθηκε σε προπύργιο των ακροδεξιών συμμοριών: «Ο Ουρίμπε δημιούργησε 69 τέτοιες ομάδες», διαβάζουμε σε ένα πρόσφατο -και κατά τα άλλα υμνητικό- ρεπορτάζ της «Washington Post» (20.5.2002). «Μια τέτοια ομάδα εξακολουθεί να υπάρχει στο Ρίο Νέγκρο, μια περιοχή εύφορων αγροκτημάτων του Μεντελίν. Ο Ουρίμπε είναι ιδιοκτήτης ενός από τα 265 αγροκτήματα που επιτηρούνται από την ομάδα».

*Σκάνδαλο αποτέλεσε η ανάμειξη του Ουρίμπε στη δολοφονία, το 1995, δύο συνδικαλιστών φοιτητών. Οταν το 1997 συνελήφθησαν κάποιοι από τους αυτουργούς, αφέθηκαν σχεδόν αμέσως ελεύθεροι με προσωπική του παρέμβαση.

*Πολλοί αποδίδουν το μίσος του Ουρίμπε κατά της αριστεράς στην οικογενειακή του ιστορία. Ο πατέρας του, Αλμπέρτο Ουρίμπε, σκοτώθηκε το 1983 από τις FARC «εξαιτίας της δραστηριότητάς του κατά των ανταρτών» («Red Resistencia» 15.5.2002). «Επαγγελματίας μεσάζων, που αγόραζε και πουλούσε ζώα και γη επί πιστώσει» και ιδιοκτήτης κάπου 70 τσιφλικιών, σύμφωνα με την «Washington Post», έχει καταγγελθεί επανειλημμένα ως ένας από τους «γνωστούς μεγαλεμπόρους ναρκωτικών» της εποχής. Το σίγουρο είναι ότι διατηρούσε εξαιρετικά στενές σχέσεις με τον αρχιμαφιόζο Φάμπιο Οτσόα, έναν από τους αρχιτέκτονες του διαβόητου «καρτέλ του Μεντελίν» (και πατέρα του Χόρχε Οτσόα, ταμία της παρακρατικής οργάνωσης MAS). Επισήμως, συνεργάζονταν στο εμπόριο αλόγων...

*Αλλά και ο ίδιος ο νέος πρόεδρος βαρύνεται με αντίστοιχες κατηγορίες. Ως επικεφαλής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (1980-82), έδωσε αθρόες άδειες κατασκευής ιδιωτικών αεροδρομίων στα μέλη των καρτέλ της κοκαΐνης - ενέργεια που αποτέλεσε και το λόγο απομάκρυνσής του από αυτή τη θέση. Ως δήμαρχος Μεντελίν (1982-83), χρηματοδοτήθηκε για «κοινωφελή έργα» από τον γνωστό αρχιμαφιόζο Πάμπλο Εσκομπάρ. Το 1997, τέλος, η DEA κατάσχεσε 50 τόνους χημικών ουσιών, που προορίζονταν για τη βιομηχανική επεξεργασία της κόκας και την παραγωγή κοκαΐνης. Παραλήπτης ήταν η εταιρεία GMP Productos του Πέντρο Χουάν Μορένο Βίλα - στενού συνεργάτη του Ουρίμπε και επικεφαλής της φετινής προεκλογικής εκστρατείας του.

Ιδανικός συνεταίρος, δηλαδή, για τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών»...

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

Η Παραγουάη εισέρχεται στον άξονα του “κακού”, αλλά τώρα μπορεί να ονειρεύεται!

Το άρθρο αυτό μας έστειλε ο Νίκος Κλειτσίκας.

Ο πρώην επίσκοπος Fernando Lugo, με 41%, είναι σήμερα πρόεδρος της Παραγουάης. Η χώρα αυτή, για πρώτη φορά στα 196 χρόνια της ανεξαρτησίας της, έχει πρόεδρο αντιπολίτευσης που κερδίζει ειρηνικά την κυβερνητική εξουσία και επιπροσθέτως στο λεξικό της προστίθεται μια νέα λέξη: Tekojoja. [Tekojoja (http://www.tekojoja.org.py/) σημαίνει «ισότητα» στη γλώσσα “guaraní”, τη γλώσσα των ιθαγενών της Αμερικής και επίσημη γλώσσα της Παραγουάης, μαζί με την “castigliano”].

Ο Fernando Lugo συνέτριψε την ολιγαρχία του φιλελεύθερου κόμματος Partido Colorado (http://www.anr.org.py/) και στην πρώτη του ομιλία ως πρόεδρος έδωσε το στίγμα της πολιτικής του: «…και οι μικροί μπορούν να νικούν. Τώρα η Παραγουάη ανήκει σε όλους».

Η Παραγουάη έχει ένα τραγικό παρελθόν. Κάθε φορά που «σήκωνε κεφάλι» αντιμετώπισε τη σκληρή τιμωρία των γειτόνων της, κατ’ επιταγή της τότε κραταιάς Μεγάλης Βρετανίας. Στα μέσα του 18ου αιώνα ήταν, ίσως, η πιο ανεπτυγμένη βιομηχανικά χώρα της αμερικάνικης ηπείρου, αλλά η Τράπεζα του Λονδίνου εξαγόρασε την «Τριπλή Συμμαχία» (Αργεντινή, Βραζιλία και Ουραγουάη), ώστε να καταστρέψει αυτή την “εμπειρία” αυτόνομης ανάπτυξης και μηδενισμού των εισαγωγών, υποχρεώνοντας την Παραγουάη να εισάγει τα πάντα από την Αγγλία. Η ανθρωποσφαγή σταμάτησε μόνον αφού εξοντώθηκε το 70% των ενηλίκων ανδρών, σε μια χώρα που στους ενήλικες συμπεριλαμβάνονταν και τα παιδιά των 15 ετών.

Το 19ο αιώνα, στη δεκαετία του ’30 είχαμε μια εκ νέου επανάληψη της ανθρωποσφαγής. Οι αδελφές του πετρελαίου Standard Oil και Shell οδήγησαν τις κυβερνήσεις της Βολιβίας και της Παραγουάης σ’ ένα εμφύλιο πόλεμο όπου, για μια απόφαση της Wall Street έχασαν τη ζωή τους 85.000 ιθαγενείς (Παραγουανοί και Βολιβιανοί).

Κατόπιν η αμερικανοκίνητη δικτατορία του Alfredo Stroessner (1954 – 1989). Τότε που η πρωτεύουσα Asunción ήταν το κέντρο επιχειρήσεων της “Επιχείρησης Κόνδορας” της CIA (Operation Condor: Deciphering the U.S. Role - http://www.crimesofwar.org/special/condor.html). Η “Επιχείρηση Κόνδορας” της CIA, σύμφωνα με τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία των ίδιων των αμερικανών, είχε ως στόχο όλα τα λαϊκά κινήματα της Λατινικής Αμερικής, την επιβολή δικτατοριών και κατόπιν νεοφιλελεύθερων καθεστώτων.

Στη διάρκεια της δικτατορίας στην Παραγουάη δολοφονήθηκαν ή εξαφανίστηκαν 30.000 άνθρωποι, χιλιάδες βασανίστηκαν απάνθρωπα και το 1/3 των κατοίκων έγιναν πρόσφυγες στην Αργεντινή, όπου σήμερα αποτελούν το 18% της χώρας αυτής.

Τον πατέρα του προέδρου Fernando Lugo, συνέλαβαν 20 φορές, ο ίδιος και τρία αδέλφια του βασανίστηκαν απάνθρωπα, κι όταν έγινε ιερέας εκτοπίστηκε από την Παραγουάη με την κατηγορία των «ανατρεπτικών κηρυγμάτων». Ακόμη και σήμερα κατηγορείται ο Fernando Lugo ότι στη διάρκεια της εξορίας του συμμετείχε στο επαναστατικό κολομβιανό Κίνημα FARC (http://www.farcep.org/).

Με το τέλος της δικτατορίας, οι αμερικανοί παρέδωσαν την εξουσία στο κόμμα Partito Colorado, που ποτέ δεν έπαψε να λειτουργεί. Το κόμμα της ολιγαρχίας, που στο όνομα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ιδιοκτησίας, μέχρι σήμερα συνεχίζει μια χούφτα τσιφλικάδων να κατέχουν το 77% των εύφορων εδαφών της χώρας και 6 εκατομμύρια κατοίκων να ζουν στην εξαθλίωση, 600.000 υποσιτισμένα παιδιά…

Στο μεταξύ, ο ιερέας Fernando Lugo, τη δεκαετία του ’70, διαλέγει να στρατευτεί με τους φτωχούς και γίνεται επίσκοπος της San Pedro. Μια περιοχή όπου οι παραστρατιωτικές ομάδες των τσιφλικάδων καίνε αδιάκοπα της καλύβες των ακτημόνων χωρικών και δολοφονούν όσους σηκώνουν κεφάλι. Τελευταία, μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001, 4.000 εξαθλιωμένοι χωρικοί της περιοχής του θεωρήθηκαν «τρομοκράτες» επικίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια των ΗΠΑ και καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Ο επίσκοπος Fernado Lugo δέχεται σκληρή κριτική από τον νέο γερμανό πάπα Joseph Ratzinger, αλλά σήμερα είναι εκλεγμένος πρόεδρος της χώρας του.

Ήδη άρχισαν να φθάνουν στην Παραγουάη γιατροί από την Κούβα, για να προσφέρουν υπηρεσίες υγείας σε έναν λαό που δεν είχε καμία πρόσβαση σε περίθαλψη. Τα πρώτα μηνύματα από τον Lula (Βραζιλία) και την Cristina (Αργεντινή) είναι ενθαρρυντικά για τον Fernado Lugo. Ίσως η Παραγουάη εισέλθει ξανά στην ιστορία και ζωντανέψει το όνειρο της Πατρίδας, της μεγάλης Λατινικής Αμερικής.

Παρ΄ όλα αυτά, η εκλογή του Fernando Lugo επιτρέπει σήμερα στο λαό της Παραγουάης να ονειρεύεται!

Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Fernando Lugo κατηγορήθηκε για τρομοκράτης, για όργανο του Fidel Castro και του Hugo Chávez. Όμως, ο επίσκοπος κέρδισε την εμπιστοσύνη του λαού, αλλά η χώρα εισήλθε στον “άξονα του κακού” για τη δύση και τις ΗΠΑ.

Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Παραγουάη οδηγεί σε συλλογισμούς, παρατηρήσεις και συμπεράσματα:

1. Η “Θεολογία της Απελευθέρωσης”, που εγκαινιάστηκε με την Επισκοπική Σύνοδο της Λατινικής Αμερικής CELAM, το 1968 στην Κολομβία και με τους δεκάδες αγωνιστές επισκόπους που δολοφονήθηκαν από τα Λατινοαμερικανικά καθεστώτα, δεν έγινε κατορθωτό ν’ ανατραπεί από την σκληρή πολιτική του πολωνού πάπα Βοϊτίλα. Στη Λατινική Αμμερική η καθολική εκκλησία είναι ταυτισμένη με τους λαϊκούς αγώνες για δημοκρατία, εναντίον της φτώχειας, της εξαθλίωσης, του υποσιτισμού.

2. Φαίνεται πως ο «άνεμος του Νότου» δεν μπορεί να αναχαιτιστεί. Σήμερα στη Λατινική Αμερική ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός χάνει συνεχώς έδαφος απέναντι σε ηγέτες που πρεσβεύουν την κοινωνική δικαιοσύνη. Ο μόνος ισχυρός σύμμαχος των ΗΠΑ είναι η Κολομβία με τα καρτελ των ναρκωτικών και μια ομιχλώδης κατάσταση στο Περού και τη Χιλή.

3. Ο Fernando Lugo εκλέχθηκε πρόεδρος, αλλά ο κρατικός μηχανισμός θα συνεχίσει για πάρα πολύ χρόνο να βρίσκεται στα χέρια του κόμματος-κράτους (Partito Colorado). Συνεπώς, ο πρώην επίσκοπος θα βρεθεί σε σύντομα σε δύσκολη θέση - χωρίς ανοχή - απέναντι στα οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα και με τον έλεγχο του κράτους από την ολιγαρχία.

4. Ο νέος πρόεδρος, για να εκφράσει μια ελάχιστη κοινωνική πολιτική, έχει ν’ αντιμετωπίσει τις λεόντειες-αποικιοκρατικές συμφωνίες που έχουν συνάψει τα δικτατορικά καθεστώτα της χώρας την τελευταία 50ετία αναφορικά με τα 3 τεράστια υδατο-φράγματα (Itaipù και Yaciretá). Η αδυναμία αλλαγής των συμβάσεων και ελέγχου των φραγμάτων, δεν θα του επιτρέψουν να ξεκινήσει αλλαγές που θα μεταβάλουν τις σημερινές σχέσεις παραγωγής, δίνοντας ελπίδες στους φτωχούς αγρότες.

5. Επίσης, υπό τον έλεγχο των πολυεθνικών βρίσκονται οι ενεργειακοί πόροι της χώρας (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, νερό, χαλκός), ο «πλούτος του έθνους» και είναι το κλειδί για μια δίκαιη και ισορροπημένη ανάπτυξη. Οι ΗΠΑ θα «επιτρέψουν» στον πρώην επίσκοπο να ασκήσει εθνική πολιτική στην περιουσία και τον πλούτο του λαού του;