Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

Μάχη για τη γη στη Γουατεμάλα

La Florida - Μια ιστορία μεταξύ καφέων και ονείρων που συναντά την πραγματικότητα στη Γουατεμάλα

του Johan Högberg

17 Ιουλίου 2007


Το αγρόκτημα La Florida βρίσκεται λιγότερο από μία ώρα μακριά από την πόλη Κολόμπα της περιφέρειας Κουεντζαλντένανγκο της δυτικής Γουατεμάλας. Στην μέση μεταξύ βουνού και θάλασσας, οι πλαγιές και το εύκρατο κλίμα της περιοχής προσφέρουν εξαιρετικές προϋποθέσεις για καλλιέργεια καφέ και αυτό δεν είναι μυστικό. Η Κολόμπα στεγάζει εκατοντάδες φυτείες καφέ. Από όλες τις κατευθύνσεις ξεπροβάλλουν καφέες με τα γυαλιστερά πράσινα φύλλα τους σε διατεταγμένη σειρά. Το La Florida είναι μία μεταξύ πολλών, αλλά ενώ οι περισσότερες από τις φανταχτερές φυτείες χαρακτηρίζονται από συγκεντρωτική ιδιοκτησία, το La Florida διοικείται από τους ίδιους τους αγρότες. Ο δρόμος για να επιτευχθεί αυτό δεν ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα, παρά προηγήθηκε σκληρός αγώνας. Ο Johan Högberg, παρατηρητής για την ειρήνη για λογαριασμό του χριστιανικού ειρηνιστικού κινήματος, κάνει αναδρομή στο παρελθόν και ξετυλίγει το νήμα.

Η ιστορία του κοινωνικοποιημένου αγροκτήματος La Florida ξεκινά ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 80. Η Γουατεμάλα βρίσκεται εν μέσω ενός σκληρού εμφυλίου πολέμου και η κατάσταση για τους μικρούς αγρότες χαρακτηρίζεται από καταπίεση και αντιξοότητες. Οι εργασιακές σχέσεις στις μεγάλες ιδιωτικές φυτείες καφέ είναι σκληρές με χαμηλούς ή συνήθως ανύπαρκτους μισθούς. Οι εργάτες που προσπαθούν να οργανωθούν μπαίνουν στη μαύρη λίστα και κατηγορούνται για συνεργασία με ομάδες ανταρτών, ένα θανάσιμο αδίκημα για την εποχή αυτή.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες όμως ξεπηδά η οργάνωση εργατών γης SCIDECO (Ένωση για την Ανάπτυξη της Κολόμπας), η πρώτη προσπάθεια να συσπειρώσει τους μικρούς αγρότες σε συλλογικό αγώνα για κοινωνικοποίηση της γης. Δεν είναι καθόλου εύκολη αυτή η αποστολή που έχει αναλάβει η οργάνωση και τα χρόνια περνούν χωρίς η δουλειά να αποδίδει καρπούς. Η ειρηνευτική συμφωνία έληξε το 1996 με ωραίες υποσχέσεις για εστίαση σε ανθρώπινα δικαιώματα και την κατάσταση του ντόπιου πληθυσμού αλλά λίγα από τα λόγια αυτά έγιναν πράξη. Η SCIDECO θεωρεί ότι είναι αναγκαίες περισσότερο δραστικές μέθοδοι ώστε να δημιουργηθεί πολιτικό κίνημα.

Το αντικείμενο της νέας στρατηγικής της οργάνωσης γίνεται το αγρόκτημα La Florida, μια φυτεία καφέ που, ύστερα από την κρίση του καφέ που γονάτισε τους ιδιοκτήτες του, δόθηκε στην τράπεζα και έμεινε αχρησιμοποίητο για εφτά χρόνια. Η SCIDECO πραγματοποιεί κατάληψη του αγροκτήματος και είκοσι οικογένειες εγκαθίστανται σε αυτό.

Αυτή την εποχή η οργάνωση δυναμώνει με νέα μέλη. Αυτά προέρχονται από μια περιοχή στη γειτονική περιφέρεια του San Marcos όπου οι εργασιακές σχέσεις έχουν χειροτερέψει ακόμα περισσότερο λόγω του εντεινόμενου κινδύνου κατολισθήσεων. Με μια αύξηση στον αριθμό των μελών του, η SCIDECO ελπίζει ότι θα μπορούσε να βελτιώσει την θέση του στις διαπραγματεύσεις για τη γη. Μια συνεργασία ξεκινά με σκοπό να ευνοηθούν και οι δύο πλευρές. Την εποχή που η διαμάχη για τη αγορά εξελίσσεται, οι οικογένειες από το San Marcos συνεχίζουν να υποστηρίζουν τους καταληψίες, που ζουν κάτω από δύσκολες συνθήκες, με φαγητό και επιπλέον εργασία.

Ύστερα από δυο γεμάτα χρόνια αγώνα στο αγρόκτημα και διαρκείς γύρους στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων η SCIDECO πέτυχε τελικά λίγα πράγματα μέσω μια συμφωνίας με την κυβέρνηση και την τράπεζα που έχει το La Florida στην ιδιοκτησία της. Τον Απρίλιο του 2005 η SCIDECO αγοράζει το La Florida με τη βοήθεια ενός κρατικού δανείου 6 εκατομμυρίων κορόνων (660 χιλιάδες ευρώ), ένα σημαντικό ποσό για μια αγροτική ένωση στη Γουατεμάλα. Η κυβέρνηση εκφράζει την υποστήριξή της για το σχέδιο, υπόσχεται μέτρα για να βελτιώσει τη δημόσια υγεία και τις δυνατότητες εκπαίδευσης για τους νέους ιδιοκτήτες της γης. Ο Virgilio Pérez, ηγέτης της SCIDECO, υπογραμμίζει ότι η αγορά δεν είναι ο τελικός σκοπός παρά μάλλον το εναρκτήριο λάκτισμα στο δρόμο της ανάπτυξης. Τώρα είναι που ξεκινά.

Το La Florida γίνεται σύντομα τόπος προορισμού και οι άποικοι φτάνουν γρήγορα τις ενενήντα οικογένειες. Σε κάθε μία από αυτές παραχωρείται μισό εκτάριο γης για ιδία χρήση, γη που πολλοί αφιερώνουν στην καλλιέργεια καλαμποκιού, φασολιών καθώς και στην εγκατάσταση μεμονωμένων μπανανιών και άλλα οπωροφόρων δέντρων. Το μεγαλύτερο μέρος της γης λειτουργεί όμως υπό συλλογική εργασία∙ εκεί ο οργανικός καφές θα αποτελέσει τη βασικότερη σοδειά και πηγή εισοδήματος.

Η φυτεία εκκαθαρίζεται με σκοπό την καλλιέργεια παλιών και νέων φυτών, αποφασίζεται το συλλογικό ωράριο υπό το οποίο κάθε μέλος οφείλει να εργαστεί. Η αισιοδοξία είναι μεγάλη. «Το ιστορικό αυτό συμβάν δείχνει ότι θα λύσουμε τα προβλήματα στη Γουατεμάλα μέσω ενός ξεκάθαρου και σαφή διαλόγου» λέει ο Juan Tuyuc, αντιπρόσωπος του αγροτικού συνασπισμού Plataforma Agraria.

Τώρα όμως, δύο χρόνια μετά την αγορά, η μελωδία έχει αποκτήσει ένα βαρύ τόνο. Φαίνεται ότι μια δυσοίωνη διαμάχη έχει φουντώσει όπου μια μεγάλη ομάδα, πρώην μέλη από το San Marcos, αποχώρησαν από τη SCIDECO για να σχηματίσουν μια ξεχωριστή οργάνωση, την ACAFLOR (Ένωση Comunitaria Agraria La Florida). Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η κατανομή της γης μεταξύ των οικογενειών-μελών. Ενώ τα μέλη της SCIDECO θέλουν να τη διοικήσουν συλλογικά, η ACAFLOR θέλει να την κατανείμει ατομικά στα μέλη.

«Όταν αγοράσαμε τη γη υπήρχε συμφωνία ότι θα καλλιεργούνταν συλλογικά μέσω της SCIDECO αλλά η άλλη ομάδα το αρνήθηκε» λέει η Rosaura Perez από τη SCIDECO. «Έχουμε λοιπόν, ένα δάνειο που πρέπει να πληρώσουμε αλλά δεν θέλουν πια να το παραδεχτούν. Αρνούνται να συνεργαστούν και μας δημιουργούν μεγάλα προβλήματα. Σε εμάς που αγωνιστήκαμε τόσο σκληρά για αυτήν εδώ τη γη». Περιγράφει πώς η ACAFLOR έχει ιδιοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της φυτείας καφέ της κοινότητας και ακόμα έχει χρησιμοποιήσει μεθόδους καταστολής στην περιοχή. «Αυτό μας καθυστερεί πολλά χρόνια μέχρι να καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε οικολογική καλλιέργεια ξανά», αναστενάζει.

Ο Faustino Pérez από την ACAFLOR ωστόσο, βλέπει τα πράγματα από άλλη σκοπιά. «Μας προσκάλεσαν στο La Frorida», μου εξηγεί. «Προκειμένου η κυβέρνηση να πραγματοποιήσει την αγορά απαιτούνταν 231 οικογένειες στην οργάνωση και αυτό ήταν μακράν περισσότερο από τον αριθμό μελών που η SCIDECO μπορούσε να εξασφαλίσει. Εμείς στο San Marcos βρισκόμασταν σε κατάσταση ανάγκης και είδαμε το La Florida σαν ελπιδοφόρο διέξοδο. Προσχωρήσαμε στην οργάνωση και συνεισφέραμε στη στήριξη των οικογενειών που κατοικούσαν εδώ στην κατειλημμένη γη».

Γιατί όμως τώρα αυτή η ασυμφωνία; Τα έγγραφα της αγοράς επισημαίνουν σαφώς ότι το La Florida ανήκει στη SCIDECO και όχι σε μεμονωμένα μέλη. Η οργάνωση έχει ακόμα ένα χρέος ως αποτέλεσμα της αγοράς.

«Έχουμε επίγνωση αυτής της κατάστασης καθώς και ότι έχουμε ένα χρέος να πληρώσουμε», λέει ο Faustino. «Γι’ αυτό έχουμε προτείνει να μοιραστεί η γη μεταξύ της ACAFLOR και της SCIDECO ώστε να μπορούμε να την καλλιεργήσουμε με τον τρόπο που μας βολεύει καλύτερα. Όσο εργαζόμασταν για την κολεκτίβα είχαμε μικρές δυνατότητες να καλλιεργήσουμε τη γη για ιδίαν χρήση. Δεν είχαμε κανένα δικό μας εισόδημα, καθόλου πόρους για να αγοράσουμε φαγητό και πολλοί αρρώστησαν. Προσπαθήσαμε να προωθήσουμε μια πρόταση όπου η εργασία θα συντελούνταν περισσότερο ατομικά και λιγότερο για την κολεκτίβα αλλά η SCIDECO δεν δέχτηκε. Όταν αργότερα ανακαλύψαμε ότι μόλις και μετά βίας υπήρχαν κάποια λεφτά στο λογαριασμό του συνεταιρισμού, χάσαμε την υπομονή μας. Για τι πράγμα είχαμε τότε δουλέψει; Ήμασταν απλούστατα αναγκασμένοι να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας, να ιδιοποιηθούμε ένα κομμάτι της φυτείας καφέ».

Η SCIDECO κατηγορείται για υπεξαίρεση χρημάτων και διακρίσεις εις βάρος ανθρώπων από το San Marcos, αλλά δείχνει από την πλευρά της τη συμφωνία στο συμβόλαιο αγοράς και τηρεί πιστά την κολεκτιβιστική ιδέα. Η διαμάχη παίρνει σύντομα διαστάσεις και κατά το τέλος του Ιουλίου 2006, περίπου ένα χρόνο μετά την αγορά, τα μέλη της που προέρχονταν από την κοινότητα του San Marcos εγκαταλείπουν τη διοίκηση του συνεταιρισμού και σχηματίζουν την ACAFLOR. Επιπλέον, λίγο αργότερα παίρνουν τα παιδιά τους από το κοινό σχολείο. Ένας κύκλος από διαπραγματεύσεις και λοιδορίες αρχίζει μεταξύ από των δύο ομάδων. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη και τόσο απειλές όσο και βία εμφανίζονται στο προσκήνιο.

Το Υπουργείο Εσωτερικών της Γουατεμάλας πραγματοποιεί μια επίσκεψη στη La Florida το Δεκέμβριο του 2006 και διαπιστώνει ότι από τις 231 οικογένειες που σύμφωνα με τα έγγραφα αγοράς όφειλαν να βρίσκονται στο μέρος αυτό, δεν βρίσκονταν ούτε οι μισές. 26 οικογένειες υποστηρίζουν τη SCIDECO ενώ 61 οικογένειες είναι με την αντιπολίτευση. Δώδεκα οικογένειες ζουν στην περιοχή αλλά δεν βρίσκονται στην αρχική λίστα των ονομάτων, πέντε συμπαρατάσσονται με τη SCIDECO και εφτά με την ACAFLOR. Άρα λοιπόν, που αρχίζει πραγματικά το δίκαιο και το άδικο σε αυτό εδώ το κουβάρι;

Οι άνθρωποι στη La Florida έχουν ένα προνόμιο ότι έχουν γη στο όνομά τους αλλά μπορούν πράγματι να ισχυριστούν ότι την κατέχουν; Πρώτα και κύρια ελλοχεύει ένα μεγάλο τραπεζικό δάνειο στο παρασκήνιο. Πώς θα μπορούσε να αποπληρωθεί; Με τι έσοδα; Οι τιμές του καφέ είναι χαμηλές, η υποστήριξη από την πλευρά του κράτους ανεπαρκής. Οι υποσχέσεις που η κυβέρνηση έδωσε σχετικά με την αγορά γης δεν έχουν εκπληρωθεί, στην περιοχή δεν υπάρχει προσωπικό για παροχή υπηρεσιών υγείας και τα σχολεία συντηρούνται χωρίς κρατική βοήθεια.

Είναι λογικό να αναμένουμε ότι οι αγρότες στη La Florida, εκ των οποίων οι περισσότεροι ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας, θα αρκεστούν με τη μικρή εν ίδει βοηθείας στήριξη που έχουν πάρει και τώρα έχουν αφεθεί στη μοίρα τους;

Η διαμάχη για τη γη δεν είναι κάτι που προέκυψε χτες στη Γουατεμάλα. Είναι μια άδικη διανομή που μετρά αιώνες στο χρόνο, μια δομική καταπίεση που δεν εξαφανίζεται με μια χειραψία ή με μια εμπορική συναλλαγή, η οποία το ίδιο εύκολα θα μπορούσε να είναι απλά ένα πυροτέχνημα δήθεν καλής θέλησης από την πλευρά της κυβέρνησης. Η κοινωνία γεννά το λαό και η La Florida δεν είναι μια όαση σε μια ασταθή και απελπισμένη Γουατεμάλα, είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια φτωχή γη και με μικρά περιθώρια να επιζήσει και να εξαπλώσει τους σπόρους του.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

Γιαν Μυρντάλ: Το Θιβέτ ανήκει στην Κίνα περισσότερο από ότι η Νίκαια ανήκει στη Γαλλία

Το παρακάτω άρθρο είναι από το γνωστό Σουηδό αριστερό διανοούμενο Γιαν Μυρντάλ και δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο στην εφημερίδα Aftonbladet

Το Θιβέτ έχει υπάρξει μέρος της Κίνας περισσότερο από όσο μπορεί η Χώρα των Βάσκων να αποκαλεστεί Ισπανική ή – για να πάρουμε ευρωπαϊκά παραδείγματα με συντομότερη κρατική υπόσταση – το Νότιο Τύρολο ιταλικό και η Κορσική (ή η Νίκαια) γαλλική.

Αλλά δεν υπάρχει σχεδόν κανένα κράτος που να μην αναγνωρίζει το υπάρχων κυριαρχικό καθεστώς της Χώρας των Βάσκων, του Νοτίου Τυρόλου, της Κορσικής – σε αντίθεση με το τι ισχύει με το γειτονικό στο Θιβέτ Κασμίρ – κανένα κράτος που να αμφισβητεί επίσημα το κυριαρχικό καθεστώς στο Θιβέτ.

Παρ’ όλα αυτά ετούτο πλανάται σαν φάντασμα από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα. Όταν εξασθένισε η κινέζικη αυτοκρατορία το Θιβέτ έγινε κατά το 18ο αιώνα – όπως η Σίβα, το Σιντχ και το Αφγανιστάν – ένα επιθυμητό χώρισμα στο Μεγάλο παιχνίδι για την κεντρική Ασία μεταξύ της Ρωσίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Το Σεπτέμβρη του 1907 το παιχνίδι τελείωσε με αμφίρροπο αποτέλεσμα. Ακόμα και η Μεγάλη Βρετανία υπέγραψε την παραίτησή της από το Θιβέτ και τα δύο μέρη αναγνώρισαν αυτό που αποκάλεσαν «κινέζικη εθνική κυριαρχία».

Αν και οι Βρετανοί τοπικοί άρχοντες ανέλαβαν το 1914, από μόνοι τους (παράνομα σύμφωνα με το Λονδίνο που ανησυχούσε για περιπλοκές με τη Ρωσία) και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της Κίνας, μια διευθέτηση των συνόρων με το Θιβέτ (στην οποία και εξαιτίας της οποίας προετοιμάστηκε το έδαφος για τα μεθοριακά πολεμικά επεισόδια μεταξύ της Ινδίας και της Κίνας το 1962) η οποία έχει επιφέρει μέχρι σήμερα ένα σύνορο του Θιβέτ με την Κίνα στο οποίο η κυριαρχία της Κίνας είναι απλώς «τυπική». Από τη δεκαετία του ’20 και μέχρι το 1943, τότε που το Λονδίνο ακόμα ήλπιζε ότι μπορεί να διατηρήσει τη ισχύ του στην Ινδία, η Μεγάλη Βρετανία συνέχισε το παιχνίδι με την Κίνα για το Θιβέτ. Όμως η Ινδία έγινε ανεξάρτητη, το Λονδίνο απώλεσε την αυτοκρατορία του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ιδέα να καταλάβει το Θιβέτ.

Το 1949 ανακηρύχθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ύστερα ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός εξασφάλισε βαθμηδόν το νέα καθεστώς σε όλα την εθνική επικράτεια – με την εξαίρεση του Μακάο, του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν. Το κοινωνικό σύστημα που συνάντησαν στο Θιβέτ δεν ήταν απλά φεουδαρχικό και καταπιεστικό – ήταν ακραίο. Μια γεωκτητική θεοκρατία, μια εξουσία των μοναχών που επικρατούσε με τις πιο βίαιες μεθόδους κατά των δούλων που τους συντηρούσαν.

Στη δύση φαντάζεται κανείς συχνά ένα Σανγκρί-Λα του αρχαίου Θιβέτ. Αλλά δεν ήταν έτσι. Και ο ίδιος ο Δαλάι Λάμα είναι – ανεξαρτήτως αν ενδιαφέρεται κανείς για το είδος της πνευματικότητάς του ή όχι – ως πολιτικός ένας που βρίσκεται πολύ δεξιότερα από τον Πάπα του Βατικανού εδώ και εκατό χρόνια.

Το καθήκον για τη νέα Κίνα ήταν να απελευθερώσει τους δούλους, να εκσυγχρονιστεί και να αναπτυχθεί οικονομικά – ωστόσο με σεβασμό στον πολιτισμό και τη θρησκεία (και του Δαλάι Λάμα!). Δεν ήταν εύκολο∙ ήταν ο τετραγωνισμός του κύκλου.

Η εντολή του Μάο ήταν να έρθει σε πέρας αυτό με την μέγιστη προσοχή. Οι φεουδάρχες αφέντες θα μπορούσαν για μια περίοδο διατηρήσουν πολλή από τη δύναμη και την επιρροή ταυτόχρονα που δούλοι και οι μάζες των μοναχών θα είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν περισσότερη αξία σαν άνθρωποι. Το μίσος των προηγούμενων κυρίαρχων πάνω στη ζωή και το θάνατο των μοναχών έγινε άσβεστο.

Όταν ήμασταν στην Ινδία – ιδιαίτερα κατά το ταξίδι του 1959 – το συζητήσαμε αυτό, οι φίλοι από το Κογκρέσο που συμμετείχαν τόσο στην καμπάνια «Φύγετε από την Ινδία» το 1942 και την εθνική ενοποίηση της Ινδίας το 1947, πίστευαν ότι υπήρχε λόγος να γίνει κριτική στο Μάο. Όφειλε, πίστευαν, να είχε καταλάβει ότι ήταν αναγκαίο αντιθέτως να δράσει σαν τον Σαρντάρ Πάτελ στην Ινδία. Στα λόγια υποσχέθηκαν ότι οι 565 πρίγκιπες μπορούσαν να διατηρήσουν την εξωτερική σαχλαμάρα τους και λίγα λεφτά αλλά ταυτόχρονα σκληρά και αδίστακτα (με στρατιωτική παρουσία αν κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο) να ξεκαθαρίσουν μαζί τους ύστερα από κάθε ένδειξη εναντίωσή τους στο έθνος.

Δεν ξέρω αν μια τέτοια πολιτική σαν του Πάτελ – σε αντίθεση με την περισσότερο προσεκτική του Μάο – θα είχε εμποδίσει το μεγαλύτερο μέρος των φεουδαρχικών δυνάμεων να εξεγερθούν το 1959. Ούτε εξολοκλήρου μόνοι τους το κάνανε. Για δεκαετίες η CIA οργάνωνε και εξόπλιζε τους Θιβετιανούς αντάρτες.

Αν και ούτε το 1959 βρέθηκε η Κίνα ενώπιον ενός Βαντέ η φετινή αναταραχή έχει καταστεί αρκετά ασήμαντη. Τα θύματα ήταν μικρομεσαίοι και κρατικοί υπάλληλοι από την εθνικότητα των Χαν. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συγκριθεί με πραγματικές διαμάχες – η σφαγή των Σιχ το 1984 ή το μακελειό του Γκουτζαράτ το 2002, για να πάρουμε δυο παραδείγματα από την Ινδία.

Θεωρώ ότι θρησκευτικές ομάδες από την προηγούμενη θεοκρατική δεσποτία και το ποίμνιο στο οποίο έχουν άμεση επιρροή εξοργίζονται με τον εκσυγχρονισμό, τις επικοινωνίες και την οικονομική πρόοδο. Αλλά ότι η αγανάκτηση για την πρόοδο, δεν είναι περαιτέρω διαδεδομένη, φαίνεται από τη μικρή υποστήριξη του κινήματος (δεν είναι δηλαδή όπως η ΕΤΑ και οι συμπαθούντες της στη χώρα των Βάσκων).

Ότι οι κύκλοι γύρω από το Δαλάι Λάμα επιχείρησαν να οργανώσουν το κίνημα φαίνεται από τη διαμόρφωση της δράσης επίσης στο Νεπάλ και την Ινδία. Είναι πιθανό ότι έχουν εμπνευστεί από το Κόσοβο και ελπίζουν ότι θα αποκτήσουν διεθνή υποστήριξη∙ αλλά η σκέψη ότι το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ θα ήθελαν (ή θα μπορούσαν) να κάνουν βομβαρδισμούς για το Θιβέτ όπως έκαναν για το Κόσοβο είναι απίθανο. Η Κίνα δεν είναι ένα αποσυντιθέμενο κράτος των Βαλκανίων.


Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Η Νατοϊκή Απάτη της Γενοκτονίας Αλβανών στο Κόσοβο

Πού είναι θαμμένα τα πτώματα;

The Guardian, 1 Νοεμβρίου 2000

του Michael Parenti




Το Μάρτιο του 1999, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ ξεκίνησαν μια αδιάκοπη αεροπορική επίθεση 11 εβδομάδων στη Γιουγκοσλαβία που παραβίασε τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ, τον χάρτη του ίδιου του ΝΑΤΟ, το σύνταγμα των ΗΠΑ, και το Σύμφωνο των Εμπόλεμων Δυνάμεων. Η Γιουγκοσλαβία δεν είχε επιτεθεί σε κανένα μέλος του ΟΗΕ ή του ΝΑΤΟ. Το Κογκρέσο δεν είχε προβεί σε καμία κήρυξη πολέμου. Δεν είχε σημασία. Τα «ηθικά μελήματα» και οι ανθρωπιστικές ανησυχίες προαναγγέλθηκαν ως τόσο σαρωτικά που η νομιμότητα έπρεπε να παραμεριστεί. Επρόκειτο για μαζικές βιαιότητες που διαπράχτηκαν από τους διαβολικούς Σέρβους και τη σατανική ηγεσία τους, το Slobodan Milosevic, και που είχαν να λάβουν χώρα από τότε που οι Ναζί ρήμαξαν την Ευρώπη. «Κάτι έπρεπε να γίνει» μας έλεγαν.

Έτσι, μια βδομάδα πριν την έναρξη των βομβαρδισμών, ο David Scheffer, ο ύπατος αρμοστής του State Department εν πολλοίς για θέματα εγκλημάτων πολέμου, ανακοίνωσε ότι «υπάρχουν περισσότεροι από 100.000 [Αλβανοί] άντρες που τους αγνοούμε» στο Κόσοβο.

Ένα μήνα πιο μετά, το State Department ισχυρίστηκε ότι έως και 500.000 Αλβανοί Κοσοβάροι αγνοούνταν και θεωρούνταν νεκροί.

Στα μέσα Μαΐου ο αμερικανός Υπουργός Άμυνας William Cohen δήλωσε ότι 100.000 άντρες στρατεύσιμης ηλικίας είχαν εξαφανιστεί και ενδέχετο να είχαν σκοτωθεί από τους Σέρβους.

Όχι πολύ αργότερα, καθώς η λαϊκή υποστήριξη για τον πόλεμο άρχισε να φθίνει, ο Scheffer ανέβασε τον αριθμό 100.000 σε «τουλάχιστον 225.000 Αλβανούς άντρες ηλικίας μεταξύ 14 και 59» που παρέμεναν αγνοούμενοι, θεωρώντας το συμβάν αυτό ως ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα γενοκτονίας κατά άμαχου πληθυσμού. Πράγματι ήταν, αν ήταν αληθινό.

Ενώ ο πόλεμος κρατούσε και οι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ έβλεπαν τον προσοχή του τύπου να στρέφεται στην αντίθετη κατεύθυνση – συγκεκριμένα ότι άμαχοι σκοτώνονταν από τις νατοϊκές βόμβες – το ΝΑΤΟ επέτεινε τους ισχυρισμούς του για σερβικά πεδία εκτελέσεων.

Πολύ διαφορετικές πλην όμως φρικιαστικές εκτιμήσεις από επίσημες πηγές δεν ελέγχθηκαν σχεδόν καθόλου από τα ΜΜΕ και τους πολυάριθμους φιλελεύθερους που υποστήριζαν την «ανθρωπιστική επιχείρηση διάσωσης».

Μόλις πριν τη λήξη της αεροπορικής επίθεσης, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Geoff Hoon είπε ότι «σε περισσότερες από 100 σφαγές» κάπου 10.000 Αλβανοί είχαν σκοτωθεί (100 θύματα ανά σφαγή κατά μέσο όρο).

Αν και ουσιαστικά μειωμένος από τις 100.000 έως 500.000 που διαδίδονταν από αξιωματούχους των ΗΠΑ, εξακολουθούσε να είναι ένας σημαντικός αριθμός.

Μία ή δύο μέρες ύστερα από το τέλος των βομβαρδισμών, το Associated Press, απηχώντας τον Hoon, ανέφερε ότι 10.000 Αλβανοί είχαν σκοτωθεί από τους Σέρβους.

Καμιά εξήγηση δεν δόθηκε για το πώς κατέληξε σε αυτόν τον αριθμό δεδομένου ότι ούτε ένα θέρετρο πολέμου δεν είχε διερευνηθεί και οι νατοϊκές δυνάμεις μόλις είχαν αρχίσει να ξεδιπλώνονται στο Κόσοβο.

Λίγες βδομάδες αργότερα, οι New York Times ανέφεραν ότι «τουλάχιστον 10.000 άνθρωποι είχαν σφαχτεί από σερβικές δυνάμεις κατά την διάρκεια της τρίμηνης εκστρατείας τους να διώξουν τους Αλβανούς από το Κόσοβο».

Η ιστορία συνεχίστηκε με αναφορές για «επιθεωρητές εγκλημάτων πολέμου, ειρηνευτικά νατοϊκά στρατεύματα, και οργανώσεις αρωγής που μοχθούσαν για να παράγουν νέες εκθέσεις κάθε μέρα για νεοανακαλυφθέντα πτώματα και τάφους».

Στις 2 Αυγούστου, έγινε μια άλλη σημαντική ανακοίνωση, αυτή τη φορά από τον άμεμπτο Bernard Kouchner, τον ανώτατο διοικητή του ΟΗΕ στο Κόσοβο (και επικεφαλή των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και φίλο των ηγετών του UCK), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι 11,000 πτώματα είχαν βρεθεί σε ομαδικούς τάφους κατά μήκος της επαρχίας.

Επικαλέστηκε ως πηγή του το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (ΔΠΔΓ). Αλλά το ΔΠΔΓ αρνήθηκε ότι παρείχε τέτοια πληροφορία στον Kouchner ή σε οποιονδήποτε άλλο. Ακόμα και σήμερα, δεν είναι ξεκάθαρο πώς ο ίδιος έφτασε στην εκτίμησή του.

Το εδρεύον στο Κόσοβο Συμβούλιο για την Υπεράσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών, στελεχωμένο εν μέρει από αξιωματούχους του UCK, ανακοίνωσε αρχικά τον αριθμό των 10.000 αγνοούμενων, βασισμένο υποτίθεται σε συνεντεύξεις με πρόσφυγες.

Το αμερικανικό State Department και τα δυτικά ΜΜΕ απηχούσαν την εκτίμηση του συμβουλίου. Αλλά ο αριθμός έπρεπε να γίνει πιστευτός επειδή το Συμβούλιο δεν κοινοποιούσε τις λίστες του με τα αγνοούμενα άτομα.

Όπως και στις συγκρούσεις με Κροάτες και Βόσνιους, υπερπροβάλλονταν αδιάκοπα η εντύπωση μαζικών εκτελέσεων από άγριους και στυγνούς Σέρβους.

Ανθρωπιστικές οργανώσεις, ακτιβιστές του UCK, αξιωματούχοι του NATO και του State Department, και ΜΜΕ αλληλοτροφοδοτούνταν. Μέσω μιας διαδικασίας ανεπιβεβαίωτων ισχυρισμών και ακαταπόνητης επανάληψής τους, οι αποδείξεις προέκυπταν ασύνδετες μεταξύ τους.

Ατεκμηρίωτες αναφορές σε μαζικούς τάφους, κάθε ένας υποτίθεται γεμάτος με εκατοντάδες ή ακόμα χιλιάδες θύματα δημοσιεύονταν καθημερινά ως επίσημα γεγονότα.

Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1999, μόνο οι New York Times αφιέρωσαν 80 άρθρα, σχεδόν ένα κάθε μέρα, που έκαναν κάποια αναφορά σε μαζικούς τάφους στο Κόσοβο. Ωστόσο, όταν ζητήθηκαν αντικειμενικές αποδείξεις, οι τάφοι φάνηκαν να εξαφανίζονται, όπως το FBI διαπίστωσε για λογαριασμό του.

Στα μέσα Ιουνίου, το FBI έστειλε μια ομάδα να ερευνήσει δύο από τις τοποθεσίες που καταγράφονταν στο κατηγορητήριο κατά του Slobodan Milosevic για εγκλήματα πολέμου. Η μια λέγεται ότι περιείχε 6 θύματα και η άλλη 20.

Η ομάδα έφερε εξοπλισμό αξίας 107.000 λιρών στο Κόσοβο για να ασχοληθεί με αυτό που αποκαλούνταν η «μεγαλύτερη σκηνή εγκλήματος στην ιατροδικαστική ιστορία του FBI», αλλά δεν διατύπωσε καμία έκθεση για μαζικούς τάφους.

Μερικές βδομάδες μετά την άφιξή της, η ομάδα του FBI γύρισε πίσω, περιέργως χωρίς να πει ούτε μια λέξη για την έρευνά της. Μήνες αργότερα, οι Financial Times του Λονδίνου ανέφεραν ότι το FBI είχε βρει όχι χιλιάδες αλλά 200 πτώματα σε 30 τοποθεσίες.

Ιατροδικαστές ειδικοί από άλλες χώρες του ΝΑΤΟ είχαν παρόμοιες εμπειρίες στο Κόσοβο.

«Γάλλοι επιθεωρητές απογοητεύτηκαν στην Ισμπίτσα», ανέφεραν οι New York Times (18 Ιουλίου), «όταν ένας ευρέως διαφημισμένος μαζικός τάφος στον οποίο περίμεναν να βρουν περίπου 150 πτώματα αποδείχτηκαν ότι ήταν άδειος».

Πρέπει να έχει «σκαφτεί με μια τσάπα και τα πτώματα να εξαφανίστηκαν, είπαν οι επιθεωρητές, μεταξύ της απαγγελίας της κατηγορίας και της άφιξης των νατοϊκών στρατευμάτων.»

Μια ισπανική ιατροδικαστική ομάδα είχε ειδοποιηθεί να αναμένει τουλάχιστον 2.000 αυτοψίες, αλλά βρήκε μόνο 187 πτώματα, κυρίως θαμμένα σε ατομικούς τάφους, και τα οποία δεν έδειχναν σημάδια σφαγής ή βασανισμού, σε αντίθεση με τις ιστορίες που διαδίδονταν από ανθρωπιστικές ομάδες και ντόπιους κατοίκους.

Οι περισσότεροι έδειχναν να έχουν σκοτωθεί από θανατηφόρες οβίδες και πυροβόλα όπλα. Όπως αναφέρθηκε στις Times του Λονδίνου (31 Οκτωβρίου), ένας Ισπανός ιατροδικαστής ειδικός, ο Emilio Perez Puhola, παραδέχτηκε ότι η ομάδα του δεν βρήκε ούτε ένα μαζικό τάφο.

Αντιπαρήλθε τις ευρέως διαδεδομένες αναφορές για μαζικούς τάφους ως μέρος του «μηχανισμού πολεμικής προπαγάνδας».

Η ίδια έκδοση των Times ανέφερε ότι η Stratfor, μια ιδιωτική ερευνητική ομάδα, βασίζοντας τις αναλύσεις της σε αναφορές από ιατροδικαστικές ομάδες που είχαν αναλάβει την εκταφή των πτωμάτων, καθόρισε ότι ο συνολικός αριθμός αυτών που σκοτώθηκαν στο Κόσοβο ανέρχονταν σε «εκατοντάδες χιλιάδες».

Το Ιούλιο του 1999, η Washington Post ανέφερε ότι 350 Αλβανοί «ίσως να είναι θαμμένοι σε μαζικούς τάφους» γύρω από ένα ορεινό χωριό στο δυτικό Κόσοβο.

Ίσως; Τέτοιες εικασίες βασίζονταν σε πηγές που οι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ αρνούνταν να προσδιορίσουν. Εμβαθύνοντας σε λεπτομέρειες, το άρθρο μιλάει για «τέσσερα πτώματα σε αποσύνθεση» που ανακαλύφθηκαν κοντά σε ένα μεγάλο σωρό από τέφρα, χωρίς αναφορές για το ποιοι ήταν και πώς πέθαναν.

Τέλος Αυγούστου 1999, το ξέφρενο κυνήγι για πτώματα συνέχισε να απογοητεύει τους αξιωματούχους του ΝΑΤΟ και τους παρακεντέδες τους στα ΜΜΕ.

Οι Los Angeles Times προσπάθησαν να διασώσουν το θέμα της γενοκτονίας με μια ιστορία σχετικά με το πώς τα πηγάδια του Κοσόβου ίσως αποτελούν «μαζικούς τάφους από μόνα τους».

Οι Los Angeles Times ισχυρίζονταν ότι «πολλά πτώματα είχαν ριχτεί σε πηγάδια στο Κόσοβο … Οι σερβικές δυνάμεις όπως φαίνεται παραχώσανε … πολλά πτώματα Αλβανών σε πηγάδια κατά την εκστρατεία τρόμου τους.»

Όπως φαίνεται; Όταν η ιστορία κατήλθε στις λεπτομέρειες, στάθηκε σε ένα μόνο πηγάδι σε ένα χωριό – στο οποίο είχε βρεθεί το πτώμα ενός 39χρονου άντρα, μαζί με τρεις νεκρές αγελάδες και ένα σκύλο. Ούτε η εθνικότητά του ούτε η αιτία του θανάτου του αναφέρθηκε. «Δεν ανακαλύφθηκαν άλλες ανθρώπινες σωροί», συμπέραναν έωλα οι Los Angeles Times.

Μια παλιότερη ιστορία στους New York Times (18 Ιουλίου) αναφέρονταν σε Γάλλους επιθεωρητές που ανέσυραν τα αποσυντιθέμενα πτώματα οκτώ γυναικών από πηγάδια στο κατεστραμμένο χωριό Τσίρετς, ενεργώντας βάσει αναφορών ντόπιων κατοίκων.

Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, από 44 χωρικούς στην περιοχή γύρω από το Ντέτσανι, για 39 πτώματα σε πηγάδια, δεν είχαν ακόμα ερευνηθεί. Απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπήρξαν άλλες ιστορίες για πτώματα σε πηγάδια, που να αναφέρουν ότι βρέθηκαν άλλα πτώματα.

Στον ένα τάφο πίσω από τον άλλο, τα πτώματα αδυνατούσαν να συμπληρώσουν σημαντικό αριθμό – ή κανένα απολύτως αριθμό.

Το Ιούλιο του 1999, ένας μαζικός τάφος στο Λιούμπενιτς, κοντά στο Πετς – μια περιοχή όπου είχαν εκτυλιχθεί ευρείας κλίμακας μάχες – που πιστεύονταν ότι είχε κάπου 350 πτώματα, έδωσε μόνο επτά μετά την εκταφή.

Στην Ίζμπιτσα, πρόσφυγες ανέφεραν ότι 150 Αλβανοί εκτελέστηκαν το Μάρτιο. Αλλά τα πτώματά τους δεν βρέθηκαν πουθενά.

Στο Κράιλιαν, 82 άντρες είχαν υποτίθεται σκοτωθεί, αλλά οι επιθεωρητές δεν ανακάλυψαν ούτε ένα πτώμα.

Στη Ντιακόβιτσα, τοπικοί αξιωματούχοι ισχυρίζονταν ότι 100 Αλβανοί είχαν δολοφονηθεί, αλλά δεν υπήρχαν πτώματα επειδή, όπως πίστευαν οι ίδιοι, οι Σέρβοι είχαν επιστρέψει μέσα στη νύχτα, τα ξέθαψαν και τα κουβάλησαν μακριά.

Στο Πούστο Σέλο, χωρικοί ισχυρίζονταν ότι 106 άντρες αιχμαλωτίστηκαν και σκοτώθηκαν στο τέλη Μαρτίου, αλλά και πάλι, κανένα πτώμα δεν βρέθηκε.

Οι χωρικοί για άλλη μια φορά ισχυρίστηκαν ότι σερβικές δυνάμεις πρέπει να είχαν έρθει πίσω και να τα εξαφάνισαν. Πώς οι Σέρβοι κατάφεραν αυτές τις εξαφανίσεις μαζικών τάφων χωρίς να εντοπιστούν δεν έχει εξηγηθεί.

Πού βρίσκονταν η απόδειξη ότι οι μαζικοί τάφοι είχαν εκταφιαστεί;

Πού βρίσκονταν οι νέοι τάφοι που τώρα αναμένονταν ότι ήταν γεμάτοι πτώματα; Και γιατί ήταν αδύνατο να βρεθούν; Ερωτήσεις αυτού του είδους ουδέποτε τέθηκαν.

Το χειρότερος έγκλημα, αυτό των μαζικών ωμοτήτων, που αποδόθηκε στο Γιουγκοσλάβο πρόεδρο Slobodan Milosevic, λέγονταν ότι είχε συμβεί στο ορυχείο της Τρέπτσα.

Όπως ανέφεραν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι νατοϊκοί αξιωματούχοι, οι Σέρβοι έριξαν 1000 ή περισσότερα πτώματα κάτω στα φρεάτια ή τα πέταξαν στα γεμάτα με υδροχλωρικό οξύ καζάνια του ορυχείου.

Το Οκτώβριο του 1999, το ΔΠΔΓ γνωστοποίησε τα ευρήματα δυτικών ιατροδικαστικών ομάδων που ερευνούσαν την Τρέπτσα. Ούτε ένα πτώμα δεν βρέθηκε στα φρεάτια του ορυχείου, ούτε υπήρχε καμιά ένδειξη ότι τα καζάνια είχαν χρησιμοποιηθεί ποτέ με σκοπό να διαλύσουν ανθρώπινες σωρούς.

Επιπλέον ιστορίες για μια ναζιστικού τύπου εγκατάσταση απόθεσης πτωμάτων σε ένα καμίνι «στην άλλη πλευρά του βουνού» από το ορυχείο, οδήγησε μια ιατροδικαστική ομάδα να αναλύσει την τέφρα από το καμίνι. «Δεν βρήκαν δόντια ούτε άλλα σημάδια απανθρακωμένων πτωμάτων.»

Το Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου ήλεγξε αρχικά τους φερόμενους ως τους μεγαλύτερους τάφους, και βρήκε όχι περισσότερα από πέντε πτώματα, «που συνιστούσαν αποσπασματικούς φόνους και όχι μαζικές δολοφονίες.»

Μέχρι το τέλος του χρόνου, ο ντόρος των ΜΜΕ για μαζικούς τάφους είχε ξεθυμάνει σημαντικά. Οι πλέον διαβόητες τοποθεσίες με εικαζόμενους μαζικούς τάφους, ανέδειξαν λίγες εκατοντάδες πτώματα όλες μαζί, όχι τις χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες που διασαλπίζονταν άλλοτε, και με καμία ένδειξη βασανισμού ή μαζικών εκτελέσεων.

Σε πολλές περιπτώσεις, δεν υπήρχε σαφής ένδειξη για την εθνικότητα των θυμάτων, και καμιά αναφορά για τις αιτίες θανάτου. Αυτό δεν εμπόδισε το Associated Press να διατυπώσει εκ νέου την κατηγορία, όπως στις 30 Νοεμβρίου του 1999, ότι «10.000 άνθρωποι είχαν σκοτωθεί στο Κόσοβο».

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υπήρχαν τάφοι στο Κόσοβο που περιείχαν δύο ή περισσότερα άτομα – οι οποίοι αποτελούσαν τον ορισμό του «μαζικού τάφου» για το ΝΑΤΟ.

Από το Νοέμβριο του 1999, ο συνολικός αριθμός πτωμάτων που οι δυτικοί εκσκαφείς τάφων ισχυρίζονταν ότι είχαν ανακαλύψει ήταν 2.108, «και όχι όλα από αυτά αναγκαστικά θύματα εγκλημάτων πολέμου», σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal (31 Δεκέμβριου).

Άνθρωποι είχαν σκοτωθεί από βόμβες και τον ευρείας κλίμακας χερσαίο πόλεμο που μαίνονταν μεταξύ των γιουγκοσλαβικών δυνάμεων και του UCK. Κάποιοι από τους νεκρούς, όπως ακόμα και οι New York Times παραδέχτηκαν, «είναι μαχητές του UCK ή έχουν πεθάνει με φυσικό θάνατο», όπως θα συνέβαινε σε κάθε πληθυσμό άνω των δύο εκατομμυρίων μέσα σε ένα χρόνο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξαν ανείπωτες δολοφονίες μίσους και εκτελέσεις αιχμαλώτων και αθώων αμάχων όπως σε κάθε πόλεμο, ειδικά σε έναν εμφύλιο, αλλά όχι σε τέτοια κλίμακα που να δικαιολογεί το χαρακτηρισμό «γενοκτονία» ή να δικαιώνει το θάνατο και την καταστροφή και την παρατεταμένη δυστυχία που καταφέρθηκαν στη Γιουγκοσλαβία από τις δυτικές δυνάμεις.

Η απουσία μαζικών δολοφονιών σημαίνει ότι το κατηγορητήριο του Διεθνούς Δικαστηρίου Εγκλημάτων Πολέμου της Χάγης κατά του Milosevic «είναι πλέον άκρως αμφισβητήσιμο», υποστηρίζει ο Richard Gwyn, στην Toronto Star.

«Ακόμα περισσότερο αμφισβητήσιμη είναι η συνεχιζόμενη τιμωρία των Σέρβων από τη Δύση.»

Εν ολίγοις, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ χρησιμοποίησαν υπερδιογκωμένες εκτιμήσεις για δολοφονημένους Αλβανούς Κοσοβάρους σαν πρόσχημα για να ανακατευτούν στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κυρίαρχου λαού, να καταστρέψουν μεγάλο μέρος της υποδομής και της παραγωγής του, να βλάψουν την οικολογία του, να σκοτώσουν ένα σημαντικό αριθμό πολιτών του, και να εισβάλλουν και να καταλάβουν ένα μεγάλο κομμάτι της επικράτειάς του, σε ότι μπορεί να ονομαστεί μόνο ως επιθετικός πόλεμος.